Πέμπτη, 20 Οκτωβρίου 2011

Μία δύσκολη μέρα …

«Ελάτε να δείτε παιδιά, έχω φέρει νέο αίμα». Αυτά είπε ο «Αμερικάνος» και μας τρόμαξε όταν αντικρίσαμε τον σκύλο, που με το ζόρι τον κρατούσαμε μη ξεχυθεί στα γουρούνια, Την επόμενη ημέρα βέβαια που τον αφήσαμε, έκανε χαρούλες και γυρόφερνε στα πόδια μας. Αδιάφορος ο σκύλος για το κυνήγι…….. αλλά πολύ αγαπησιάρης.


       Συμβαίνουν αυτά με τις διεθνείς αγορές, σου λένε πρώτο πράγμα, και συ λές, γιατί όχι; Σαν τις ντομάτες ας πούμε, σου λέει ο μανάβης: «αυτές είναι βιολογικές, με καθαρή κοπριά» και αγοράζεις παραπάνω, να φάς και την επόμενη μέρα. Μόνο που η βιολογική ντομάτα έχει γεύση άχυρου. Μα που να βρεις τον μανάβη πάλι να κάνεις τα παράπονά σου αφού είναι γυρολόγος και δεν έχει διεύθυνση και ΑΦΜ; Στα ίδια πλαίσια θα κινείται και ο έμπορος «σπάνιων» γουρουνόσκυλων, που να τον ανταμώσεις εκεί στα ξένα που βρίσκεται;

       Δεν μας πτόησε όμως η ατυχής αγορά του φίλου μας αφού η συναλλαγή όπως είπε δεν έγινε με χρήματα – αυτήν την απαίσια δηλαδή καπιταλιστική εφεύρεση που διεθνοποίησαν οι κοσμοκράτορες Αθηναίοι – μα έγινε σύμφωνα με τους κανόνες της υγιούς οικονομίας – αυτής που ονομάζαμε κάποτε ανταλλακτικής. Σου δίνω λάδι, μου δίνεις αλεύρι, σου φτιάχνω τα αρβύλια σου σαν τσαγκάρης που είμαι, μου δίνεις ένα φόρτωμα ξύλα για τον φούρνο μου. Δεν γνωρίζω τι ακριβώς έδωσε ο φίλος μας, μα σίγουρα φορτώθηκε ένα κατ’ τ’ άλλα πολύ όμορφο σκυλί, μα όχι για το κυνήγι μας.

       Από την χαρά μας όμως, αφήσαμε λάθος σκυλί για την παγάνα μας, και αντί του έμπειρου «Λεό» βρέθηκε ο κούταβος να παίρνει τον ντορό. Καλά τον πήγε και βρήκε τον κάπρο να λιάζεται του καλού καιρού. Του αγρίεψε του θεριού ο κούταβος και το θεριό μαζεύτηκε στο γιατάκι του. Πάνω – κάτω ο κούταβος έκανε τον μονιά και σηκώθηκε πάλι: «άει στο καλό σου» θα σκέφτηκε, «αυτό το σκυλί μου χαλά την ησυχία μου», και χωρίς δεύτερη σκέψη τράβηξε για ήσυχα μέρη.

       Πέρα – δώθε, μπρός – πίσω, πάνω – κάτω, δεν τον άφηνε τον κάπρο ο άγριος και αμίλητος σκύλος μας να καθίσει έστω για ένα απεριτίφ, τον κούρασε με την αγένεια του και το πείσμα του. Και νευρίασε πολύ εκείνος και χαράζει δρομολόγιο σιωπής και πέρασε από τα καρτέρια μας σαν κύριος. Σιωπή ο κάπρος, σιωπή και ο κούταβος, θα έκαναν εκεί στο πυκνό φαίνεται καμιά μυστική συμφωνία: «μην φωνάζεις και μου ταράζεις τα νεύρα βρε σκύλε κι εγώ για χατίρι σου θα σε αφήσω να με ακολουθείς».

       Που και που όμως ακούγαμε το κουδούνι του κούταβου όλο και πιο αραιά ώσπου χάθηκε εντελώς από την αρίστης ποιότητας ακοή μας. Πέρναγε η μέρα, έφτασε το απόγευμα, έπιασε το σούρουπο, ανησυχήσαμε – όχι για τον κάπρο πλέον μα για το σκυλί μας. Λύσαμε τα όπλα μας, τα βάλαμε στα αυτοκίνητα και πιάσαμε τους φακούς. Στο βουνό ψηλά, όσο περνούσε η ώρα, τόσο έπεφτε η θερμοκρασία. Ένα ψιλόβροχο άρχισε στην αρχή δειλά μα στην συνέχει πήρε θάρρος και δύναμη. Και η ομίχλη όλο και έπεφτε και έφτασε μέχρι τις πατούσες μας – τόση πολύ ήταν. Με αυτές τις συνθήκες, ζώσαμε σε ομάδες των δύο ατόμων το βουνό και κρέναμε τον κούταβο να αφήσει τα πείσματα και να έλθει στην αγκαλιά μας.

       «Ο Λεό» αν ήταν θα γύριζε πίσω μόνος του» μονολόγησε ο αρχηγός. Ο κούταβος όμως «δεν γνωρίζει καλά τα κατατόπια και θα έχει καθίσει να μας περιμένει» είπε με στεναχώρια και ανησυχία ο Γιωργάκης και είχε δίκιο. Στα ψηλότερα είχαμε απομείνει έξι άτομα, οι υπόλοιποι κατέβηκαν χαμηλότερα σε άλλα περάσματα. Ο δυνατός αέρας που σηκώθηκε έκανε ακόμα δυσκολότερη την προσπάθεια μας. και η ομίχλη εκεί, να βαρεί με δύναμη το έδαφος, τόσο πυκνή ήταν.

       «Φέρτε βόλτες με τα αυτοκίνητα και τους προβολείς αναμμένους να σας ειδούμε» ακούσαμε κάποια στιγμή στον ασύρματο τον αρχηγό να φωνάζει. Το κάναμε, μπήκαμε γρήγορα σε αυτά και πήραμε σβούρα τον μουχλιασμένο δρόμο. Βάζαμε που και που και τις κόρνες μέχρι που διακρίναμε ένα αμυδρό φως να σκίζει την ομίχλη. Το φως από την χαράδρα όλο και πλησίαζε και μόλις στα δυό – τρία μέτρα διακρίναμε τον κούταβο που κούναγε την ουρά του…

=========================

Δημοσιεύτηκε στο «Κυνήγι» του Ελεύθερου Τύπου την Πέμπτη 20 Οκτωβρίου 2011.