Δευτέρα, 3 Οκτωβρίου 2011

Για τον κάπρο ο λόγος …

       Από το 1989, χρονιά που πρωτο-απελευθερώθηκε ο κάπρος στον Μοριά, πρώτα από τον Κυνηγετικό Σύλλογο Μεγαλόπολης και στη συνέχεια από τον Κυνηγετικό Σύλλογο Καλαβρύτων, μέχρι και σήμερα, πέρασαν 22 χρόνια.

        Η παρουσία του κάπρου είναι μία μεγάλη νίκη των κυνηγών είτε αρέσει αυτό είτε όχι. Εννοείται ότι – αφού ζούμε στην Ελλάδα, η προσπάθεια αυτή δεν ήταν αναίμακτη, εφόσον είχε ποινικές διώξεις (του Παναγιώτη Αριδά, τότε προέδρου του συλλόγου της Μεγαλόπολης) και δικαστήρια, άρνηση της Ομοσπονδίας Πελοποννήσου στο αρχικό στάδιο της απελευθέρωσης να την αποδεχτεί, και πολλά ακόμα ευτράπελα που ακολουθούν συνήθως όλες τις σοβαρές προσπάθειες στον τόπο αυτό.

       Έπειτα από 22 χρόνια μπορούμε να πούμε με βεβαιότητα ότι η αναπαραγωγή πέτυχε απόλυτα, ο κάπρος εντάχθηκε στο φυσικό περιβάλλον εύκολα, δίχως να δημιουργήσει προβλήματα στο οικοσύστημα – όπως συμβαίνει συνήθως με τις ανεξέλεγκτες απελευθερώσεις πολλών οικολογικών οργανώσεων που στερούνται γνώσεων και μελετών. Αλλά γνωρίζουμε ότι αν αυτές οι αμφιλεγόμενες οργανώσεις δεν προβούν σε κάποια έστω απελευθέρωση, δεν έχουν και λόγο ύπαρξης – και επομένως ούτε οικονομικές ενέσεις από τον μόχθο του Έλληνα πολίτη. Μα ας σημειωθεί και το σύνηθες φαινόμενο – τις απελευθερώσεις οι οργανώσεις αυτές τις πραγματοποιούν νύκτα, μακριά από τα βλέμματα ανθρώπων – και εξηγείται εύκολα τούτη η πρακτική τους από την έλλειψη υπευθυνότητας και αγάπης για την φύση.

       Στον Μοριά ο κάπρος απόκτησε υπερπληθυσμούς και η σωστή διαχείριση από μέρους μας θα μας δίνει ένα όμορφο και συναρπαστικό κυνήγι. Στην κεντρική Ελλάδα επίσης οι πληθυσμοί του κάπρου βρίσκονται σε υψηλά επίπεδα, γεγονός που χαροποιεί κυνηγούς και συλλόγους. Στα βόρεια της πατρίδας μας και ειδικότερα στις περιοχές που συνορεύουν με Σκόπια και Βουλγαρία, τα πράγματα (κατά την γνώμη μου) στην πορεία του χρόνου δεν θα εξελιχθούν ομαλά, θα δημιουργηθούν προβλήματα και θα διογκωθούν – και το κυνήγι θα περάσει από συμπληγάδες. Η αιτία των προβλημάτων θα έχει να κάνει με τον έλεγχο των πληθυσμών αφενός και αφετέρου με το κέρδος – και γνωρίζουμε όλοι μας για το «κυνήγι στις χώρες αυτές», που είναι οργανωμένο με επαγγελματισμό από διάφορα γραφεία, μα που στην ουσία δεν είναι κυνήγι μα σχολική εκδρομή μιας και το θήραμα – τον κάπρο για τον οποίον μιλάμε, σου τον φέρνουν στην θέση σου, στο καρτέρι σου, έτοιμο προς σκόπευση, και συ, άκοπα, ανίδρωτα, τον θηρεύεις.

        Οι χώρες αυτές, καλά οργανωμένες στις ρεζέρβες και στα πλούσια θηράματα, κινούνται με γνώμονα μόνο το κέρδος. Το χρήμα των κυνηγών από τρίτες χώρες (σε αυτές και η δική μας με μεγάλο αριθμό συμμετεχόντων), είναι πάρα πολύ και μεγάλος αριθμός ανθρώπινου δυναμικού, κινείται, εργάζεται, σχεδιάζει, μελετά, ώστε ο κάπρος να υπάρχει εντός της επικράτειας τους. Οι μεγάλες μετακινήσεις του κάπρου θα είναι απόλυτα ελεγχόμενες ώστε να αποφεύγονται αυτές προς τα νότια. Την πολιτική αυτή θα την βιώσουν πρώτοι απ’ όλους (αν ήδη δεν την βιώνουν) οι Έλληνες κυνηγοί της κεντρικής Μακεδονίας, και θα δούν να ελαττώνεται απελπιστικά ο πληθυσμός των αγριόχοιρων.

Οι ομάδες
Σε ολόκληρη την χώρα πλην της Πελοποννήσου, οι ομάδες των αγριογούρουνων είχαν οργανωθεί, είχαν περάσει τα δικά τους προβλήματα και έφτασαν έπειτα από την βαθιά εμπειρία που απέκτησαν να λειτουργούν με σεβασμό τόσο προς το θήραμα αλλά κυρίως και μεταξύ τους. Στην Πελοπόννησο, όταν άρχισε το κυνήγι του κάπρου ελεύθερα το 1996, έγινε το «έλα να δεις». Οι περισσότερες ομάδες που δημιουργήθηκαν είχαν και ηπειρώτες κυνηγούς, γνώστες του κάπρου, που τις βοήθησαν στην εξέλιξή τους. Παράλληλα, άλλες πολυπληθείς ομάδες δημιουργήθηκαν (η μεγαλύτερη και η πλέον ονομαστή εκ Πάτρας) και έφεραν στα νέα κυνηγοτόπια πολλά και σοβαρά προβλήματα. Οι μεγάλες αυτές ομάδες δεν είδαν ένα νέο κυνήγι αλλά ένα καινούριο τρόπο κέρδους, αφού το κρέας του κάπρου το εμπορεύονταν σε πολύ υψηλές τιμές. Στο όνομα του κέρδους και όχι του κυνηγίου, οι ομάδες αυτές άνοιξαν πόλεμο με τους πάντες - με τις τοπικές κοινωνίες μη αφήνοντας τες να εργαστούν απρόσκοπτα στα χωράφια τους, με άλλες νεοϊδρυθείσες ομάδες που πάλευαν να μάθουν το κυνήγι του κάπρου, με κτηνοτρόφους που τους δημιούργησαν αμέτρητα προβλήματα στα κοπάδια τους, μα ακόμα και με τον Νόμο αφού καταπατούσαν κάθε κυνηγετική διάταξη και ακόμα αυτό τον ποινικό κώδικα.

         Με το πέρασμα του χρόνου, οι νόμιμες ομάδες οργανώθηκαν σε αντίθεση με τις μεγάλες που αφανίστηκαν αφού το κέρδος έσπειρε την διχόνοια – φυσική εξέλιξη όταν το χρήμα δεν μοιράζεται στα ίσα. Ο κύριος λόγος της διάλυσης των ομάδων αυτών ήταν καθαρά οικονομικός. Άρα δεν είχαν τύχη και μέλλον. Οι ομάδες αυτές έσπασαν σε πολλές μικρότερες – νόμιμες πλέον και ακολουθούν τους κανόνες των υπολοίπων ομάδων.

        Τα νέα μέλη των ομάδων πέρασαν από διάφορα στάδια προσαρμογής. Στο τέλος η κάθε ομάδα «κλείδωσε» και πολύ δύσκολα θα ενταχθεί σε αυτήν ένα νέο μέλος. Παράλληλα, οι προστριβές που δημιουργούνταν στα κυνηγοτόπια με άλλες ομάδες, ατόνησαν, οι εχθρικές σχέσεις που συνηθισμένη αιτία ήταν ο τόπος, έδωσαν τη θέση τους στην καλή συνεργασία. Σε τούτο συνέβαλε ο καθορισμός των κυνηγότοπων της κάθε ομάδας. Είδε η κάθε ομάδα ότι μπορεί να διαλέξει έναν τόπο για το κυνήγι της – και τόπος υπήρχε για όλες τις ομάδες. Συγχρόνως άρχισαν να οικοδομούνται οι καλές επαφές με τις γειτονικές ομάδες, αφού τα οφέλη από τις αρμονικές σχέσεις είναι πολλά.

       Συνέπεια των παραπάνω είναι ότι σήμερα οι ομάδες δεν αντιμετωπίζουν τα προβλήματα του παρελθόντος, Έδιωξαν το άγχος του κυνηγότοπου, έμαθαν καλά όλοι τους τις δυνατότητές τους, ξέρουν πώς να λειτουργήσουν τόσο στο κυνήγι αλλά και έξω από αυτό, σέβονται πλέον την ντόπια κοινωνία – και αυτή με την σειρά της αποδέχτηκε με εγκαρδιότητα την ομάδα που κυνηγά στα μέρη της, και το μεγάλο κέρδος απ’ όλα αυτά χρεώνεται στο κυνήγι, όπως ακριβώς το θέλουμε, ελεύθερο και γόνιμο.

Στο δι’ ταύτα
Ασφαλώς βρισκόμαστε πολύ μακριά από την ημέρα εκείνη που η κυνηγετική παιδεία θα λύνει αυτόματα τα προβλήματα που θα προκύπτουν. Όμως έστω και αργά προχωράμε σαν μια μικρή κοινωνία που είμαστε εμείς οι κυνηγοί, και θα συνεχίσουμε να παλεύουμε για το κυνήγι στην Ελλάδα, για το δικαίωμα να κυνηγάμε ελεύθερα, σεβόμενοι στο έπακρο τις διατάξεις που διέπουν το κυνήγι μας. Αλλάζουν οι εποχές, προσαρμοζόμαστε κι εμείς για να έχουμε λόγο στα πράγματα και αύριο, αλλάζει και το κυνήγι. Τώρα έχουμε ανάγκη περισσότερο από ποτέ, να φτάσουμε στο βουνό και να ανασάνουμε ελεύθερα

        Η πολυετής προσπάθεια της κυνηγετικής οικογένειας (οι Ομοσπονδίες, οι σύλλογοι, η θηροφυλακή, ο κυνηγετικός τύπος, εμείς οι κυνηγοί), φέρνει σιγά μα σταθερά καρπούς. Γέμισαν τα βουνά από αγριογούρουνα και αλλάξαμε πάρα πολλοί κυνηγετικό προορισμό. Έχουμε κυνήγι επειδή το προσέξαμε, αγωνιστήκαμε για τον σκοπό αυτό, περάσαμε από ανυπέρβλητα εμπόδια, χλευαστήκαμε από μία μερίδα οικολογούντων και από διάφορες ΜΚΟ, αντέξαμε όμως στον πόλεμο και συνεχίζουμε με αισιοδοξία να κυνηγάμε τον μαγικό κάπρο, τον βασιλέα της πανίδας μας. Μπορεί άλλοι να παίρνουν τα φράγκα για την Αρκούδα και τον λύκο για παράδειγμα, εμείς όμως είμαστε οι εγγυητές της άγριας φύσης. Και μάθαμε να πληρώνουμε αδρά, ακόμα και τώρα στους χαλεπούς καιρούς - με το ποσό που μας αναλογεί πληρώνουμε και τις ΜΚΟ που για να έχουν λόγο ύπαρξης καταφεύγουν σε ασχήμιες εις βάρος μας – αφού θεωρούν πως ότι κακό γίνεται στη φύση, προέρχεται από τον κυνηγό. Κάπως έτσι μάλλον θα λειτουργεί η θεωρία του μηδενισμού.

Πρόταση
Απαραίτητη προϋπόθεση για το μέλλον του κάπρου σε πρώτη προτεραιότητα μπορούμε να βάλουμε την κυνηγετική παιδεία. Προς τον σκοπό αυτό ας τρέξουν οι Ομοσπονδίες – αφού έχουν το υλικό (μελέτες), σε συνεργασία με την ΚΣΕ και με τους Φορείς εκείνους που μπορούν να αντιληφθούν με πνεύμα ελεύθερο και όχι με αγκυλώσεις, και να ενταχθεί το κυνήγι, η σωστή διαχείρισή του, στα σχολεία. Αν θέλουμε να μιλάμε για το μέλλον του κυνηγίου, πρέπει να ξεκινήσουμε από την παιδική ηλικία, να αρχίσει το παιδί να μαθαίνει για την φύση και για τα οφέλη του κυνηγίου. Σε προηγμένες χώρες (που θα πάει, θα γίνουμε και εμείς), το κυνήγι δεν είναι ταμπού και διδάσκεται στο δημόσιο σχολείο.

=========================

Δημοσιεύθηκε στο «Κυνήγι» του Ελεύθερου Τύπου την Τετάρτη 28 Σεπτεμβρίου 2011.