Παρασκευή, 9 Μαρτίου 2012

Περιδιαβαίνοντας αρχαίους τόπους …



Καθαρή Δευτέρα πρωί! Η εθνική οδός άδεια, βρεγμένη, αλλά το ταξίδι είχε προορισμό, μια δρασκελιά δρόμος και είσαι «αλλού», σε τόπους παλιούς που εμείς οι αδαείς τους ονομάζουμε αρχαίους.

     Την Κυριακή το βράδυ στις 26 Φεβρουαρίου δεν κατάφερα να πάω στη γιορτή των κυνηγών του Κιάτου αφού η «πετροπέρδικα» ήταν κλινήρης και δεν μου ερχόταν καλά εγώ να διασκεδάζω κι αυτή να υποφέρει με υψηλούς πυρετούς. Επειδή όμως δεν είναι και πολύ του περπατητού, δεν ένιωσα καθόλου ενοχές όταν δέχτηκα την πρόσκληση Κορίνθιων καλών φίλων (και λίγο φευγάτων εδώ που τα λέμε) για πρωινή επίσκεψη και ελαφρά πεζοπορία στο αρχαίο Ηραίον.

     Όταν έφτανα Αττική Οδό λέω του Πάν (α) στο τηλέφωνο: «βρέχει του καλού καιρού αλλά θα πάμε έτσι; Δεν γυρίζω τώρα πίσω» Ανταμώσαμε στο Λουτράκι, στους «καταρράχτες» και από εκεί συνεχίσαμε με ένα αυτοκίνητο. Ο Δάσκαλος που ήταν στη παρέα – ξέρετε, από εκείνους τους παλιούς Δασκάλους αν και νέος σε ηλικία – από αυτούς δηλαδή που ξέρουν γράμματα, που μαθαίνουν στα παιδιά γράμματα, αλλά και που σε εμάς θα έκανε την πρέπουσα ξενάγηση.

     Η βροχή δυνάμωνε, οι ριπές του αέρα σήκωναν ακόμα και πέτρες. Ο βροχερός δρόμος άδειος, εμείς, και στα αριστερά μας ο ανταριασμένος κορινθιακός κόλπος, σκούρος ακόμα αφού τότε άρχιζε και υψωνόταν το χλωμό φως. Περάσαμε στην άκρη της Περαχώρας, και ανταμώσαμε τη λίμνη της Βουλιαγμένης που μου άρεσε, άδεια καθώς ήταν από πολύβουο πλήθος λουομένων. Προχωρήσαμε και φτάσαμε στο τέρμα του δρόμου και παρκάραμε. Τρία ή τέσσερα ακόμα αυτοκίνητα ήσαν εκεί. «είναι κι άλλοι τρελοί, δεν είμαστε μόνοι μας» ακούστηκε η φωνή του Πάν (α).  

     Ο αέρας ήταν τόσο δυνατός και δεν ξέραμε πώς να προφυλαχτούμε,  και την βροχή ούτε που την υπολογίζαμε που βαρούσε αδιάκοπα τον τόπο. Πήραμε το κατηφορικό μονοπάτι και γεμίσαμε λάσπες. Το Ηραίο έχασκε από κάτω μας, φτιαγμένο σε κρυφό μικρό λιμάνι προφυλαγμένο από τον βοριά. Ο τόπος ο αρχαιολογικός είναι παραμυθένιος. Ξεκινά από τα ψηλότερα και καταλήγει στον Ναό της Ήρας δίπλα στη θάλασσα. Ανάμεσα σε δυό ναούς της Ήρας – της Ακραίας και της Λιμενίας, ένα μικρό εκκλησάκι του Αγιάννη οριοθετούσε το χρόνο και τις αλλαγές του. Οι καιροί αλλάζουν, όχι οι άνθρωποι. Και εδώ, έλεγε ο Δάσκαλος: «ερχόντουσαν να προσκυνήσουν τη θεά, καθόντουσαν και κουβέντιαζαν, μαγείρευαν κι έτρωγαν, κοιμόντουσαν, και τραγουδούσαν, υμνούσαν τη θεά, και έπαιρναν πάλι το πλοίο τους και έφευγαν, πήγαιναν απέναντι στη Κόρινθο και όπου αλλού ήθελαν».



     Η βροχή πότε δυνάμωνε και πότε ηρεμούσε. Προλάβαινα όμως στο μεσοδιάστημα να ακούσω παλιές φωνές, κοιτούσα τον Δάσκαλο και τον ρωτούσα: «ακούς;» Ναι, κι εκείνος άκουγε, περισσότερο από μένα, και ο Παν (ας) άκουγε αλλά ντρεπόταν να το πει, μας κοιτούσε επιφυλακτικά!. Αφού κάναμε μια μικρή βόλτα στον αρχαίο τόπο, προσέξαμε τα ίχνη της κυκλικής φωτιάς δίπλα στο ναό (κατά πάσα πιθανότητα αυτό ήταν καμίνι σε νεώτερους χρόνους, έκαναν ασβέστη από τα μάρμαρα, μας έλεγε ο Δάσκαλος). Πολλά μάρμαρα έγιναν ασβέστης στο διάβα του χρόνου, ότι δεν πρόλαβε να καταστρέψει ο Θεοδόσιος (ο μέγας παρακαλώ) με τον Αλάριχο, το πρόλαβαν στη συνέχεια άλλοι. Τόσοι πέρασαν μετά, Ρωμαίοι, Βυζαντινοί, Φράγκοι και Ενετοί, Οθωμανοί, Αλβανοί, Έλληνες! Ποιος άραγε να έκανε τις περισσότερες καταστροφές; Αλλά και τι σημασία έχει σήμερα; Μας φτάνει που εμείς μπορούμε ακόμα και ακούμε τις παλιές φωνές, μένουμε στην ομορφιά του τόπου, μας περιζώνει μια ζεστασιά και δεν καταλαβαίνουμε τη βροχή που πέφτει παγωμένη.

     Οι παλιοί τόποι που τους είπαν αρχαίους, κρατάνε μια ζωντάνια μέσα τους κι ολόγυρά τους, είναι χτισμένοι με τέχνη ζηλευτή, με αληθινή αγάπη για το περιβάλλον, φτιαγμένοι στην εντέλεια – γιατί φιλοξενούσαν θεούς και ανθρώπους που καθόντουσαν κυκλικά και κοιτούσαν πάντοτε ψηλά στο «Σύμπαν, αφού είχαν την περιέργεια να ερμηνεύσουν τον Κόσμο. Στις παλιές εποχές, οι θεοί ένα μικρό προβάδισμα είχαν έναντι των ανθρώπων, και για τον λόγο αυτό μπορούσαν και συνδιαλέγονταν όλοι αντάμα σε ναούς σαν και τούτο της Ήρας.

     Καθίσαμε στον πάγκο του Αγιάννη για λίγο, να συλλογιστούμε, να πάρουμε από τη δύναμη της θεάς. Δεν είναι παράξενο; Ο ένας θεός διαδέχεται τον άλλον. Πολλοί κι αυτοί, σαν κι εμάς τους ανθρώπους …
 ====================

Δημοσιεύθηκε στο «Κυνήγι» του Ελεύθερου Τύπου την Τετάρτη 7 Μαρτίου 2012