Πέμπτη, 18 Μαρτίου 2010

Αγριόχοιροι σε … διακοπές

Ο μικρός αγριόχοιρος βγαίνει με νάζι στο ξέφωτο, κάνει μία γρήγορη βόλτα και επιστρέφει στο πυκνό. Σε λίγο παίζουν μαζί όλα τα αδέλφια της οικογένειας, παλεύουν, δαγκώνονται, κυνηγιούνται, γελάνε. Η μάνα, από την άκρη του πυκνού επιβλέπει το χώρο, χαίρεται και τα παιδιά της που μεγαλώνουν ανέμελα.

Το καραούλι μου βρίσκεται ψηλότερα, στο ξωκλήσι πριν το μοναστήρι της Αιμυαλούς, πολύ κοντά στο ληνό των Κολοκοτρωναίων – εκεί που ξεκληρίστηκε η οικογένεια από την μπαμπεσιά ενός καλόγηρου, την εποχή που παλεύαμε για ελευθερία.

Εκεί κοντά και το σπίτι μου, λιτό όπως όλα τα παλιά αρκαδικά σπίτια, λειτουργικό, με τα απολύτως απαραίτητα. Με υπέροχη βεράντα αφού τη λούζει το φως της ημέρας από τα ανατολικά. Όταν δεν βρίσκομαι στο καραούλι για τη «μελέτη» των αγρίων, αδειάζω το μυαλό μου στη βεράντα – συνήθως εκεί κατά το απομεσήμερο.

Γι’ όλους εμάς που θέλουμε να ζούμε λεύτερα στα βουνά, να κυνηγάμε, να κάνουμε τις βόλτες μας και να νιώθουμε την κρύα ανάσα της χαράδρας του Λούσιου ποταμού, ουσιαστικά το κυνήγι δεν τελειώνει ποτέ. Αρχίζει με τη λήξη της κυνηγετικής περιόδου και ολοκληρώνεται με την έναρξη της. Σε αυτό το μεγάλο διάστημα, τα άγρια τα έχουμε από κοντά, γνωρίζουμε τις συνήθειες τους, τα δρομολόγια τους, το παιχνίδι τους, τον αριθμό της κάθε οικογένειας, τους μονιάδες που γυροφέρνουν το κοπάδι.

Ανά πάσα στιγμή μπορεί να συναντηθούμε στο καταμεσήμερο ή κατά το λυκόφως - άφοβα κυκλοφορούν πότε κορδωμένα και πότε ανακατεύοντας για την τροφή τους τη γη ή ένα πέτρινο αλώνι – αυτή τη θεϊκή δημιουργία του ανθρώπου που λίκνιζε το στάρι με τα δικράνια για την τροφή του, ή βουτώντας πότε στη λάσπη της λούτσας για να δροσιστούν, και πότε στις όχθες του ρέματος.

Η συνεχής επαφή μαζί τους δημιουργεί μία φορτισμένη σχέση παράξενη μα ξεκάθαρη. Όταν «διακαώς επιζητούμε την επαφή», κρύβονται σε απρόσιτα γιατάκια, κυκλοφορούν μόνο τη νύκτα, σε ξέφωτο δεν αφήνουν την περπατησιά τους. Πανέξυπνα ζώα. Το κυνήγι μαζί τους συναρπαστικό, δημιουργεί αυξημένη εγρήγορση.

Το καραούλι μου έχει μερικές πέτρινες πλάκες, ιδανικές για την πολύωρη μελέτη τους. Και καθώς βρίσκεται ψηλά, δεν είναι ορατό από το ξέφωτο που σπαταλάνε το χρόνο τους. Ούτε από τους παρακείμενους μπαξέδες με τα άνευ «χημικών» καλούδια είναι ορατό το καραούλι. Γιατί και στους μπαξέδες κάνουν τις επισκέψεις τους ατάραχα. Το παιχνίδι ανοίγει την όρεξη και τα «άτιμα» και πολύ παιχνιδιάρικα είναι μα και πολύ τροφή αναζητάνε.

Τυχαίνει, την ώρα που βρίσκομαι στο καραούλι, να περνάνε προσκυνητές που πάνε ή έρχονται από τη μονή. Ο κόσμος έχει ανάγκη το «θείο», φοβάται μονάχος του να «ισιώσει» τον κόσμο και τα βραχιασμένα μοναστήρια προσφέρονται για μεταφυσικές λύσεις. Αρκετοί απ’ αυτούς τους επισκέπτες, ρίχνουν τη ματιά τους προς το ξωκλήσι και αναγκαστικά και προς εμένα, απορώντας ίσως: «τι κάνει τούτος με τις ώρες εκεί καθισμένος;».

Κάποια φορά, δεν «άντεξε» κάποιος και με ρώτησε: «τι κάνετε τόση ώρα καθισμένος εδώ;». Μελετάω αγαπητέ την πανίδα της περιοχής (!). Απομακρύνθηκε κουνώντας το κεφάλι του, ποιος ξέρει τι σκέψεις πέρασαν απ’ τ’ αγιασμένο από την επίσκεψη στη μονή μυαλό του.

Πόσοι άραγε εκτός από τους κυνηγούς γνωρίζουν τόσο καλά την πανίδα μας; Μη μου πείτε οι οικολόγοι γιατί θα κλάψω (!). Αυτοί μιλάνε για την πανίδα, αποφασίζουν αν θέλετε μέσα από τις θέσεις που κατέχουν, διαβάλλουν την δική μας ενασχόληση με ποικίλους τρόπους, αναζητάνε κονδύλια για το «θεάρεστο» έργο που επιτελούν – όμως δεν έχουν την επιθυμία ή ακόμα και την υπομονή ή έστω την ικανότητα να αντικρίσουν και να μάθουν πως λειτουργεί ένα έστω κοπάδι αγριόχοιρων. Γιατί απλά δεν νοιάζονται για την πανίδα …
-----------------------------------------------------------------------------


Δημοσιεύθηκε στο ένθετο περιοδικό «Κυνήγι» του Ελεύθερου Τύπου την Τετάρτη 17 Μαρτίου 2010