Πέμπτη 13 Νοεμβρίου 2008

Το αιώνιο κυνήγι...

Ο πατέρας της καλής μου ήταν λαγοκυνηγός. Από τους καλούς φαντάζομαι σύμφωνα με τις διηγήσεις της κόρης του. Και την έπαιρνε πολλές φορές μαζί του στο κυνήγι για παρέα. Και πήγαινε με χαρά η μικρή τότε στο δάσος και έμαθε να το αγαπά.
Αλλά ο πατέρας της είχε και σπίτι εξοχικό κοντά στη θάλασσα, ανάμεσα σε Κακιά Σκάλα και Λουτράκι. «Στα μέρη δηλαδή που δρούσε ο εγκληματίας Σκίρωνας την εποχή του Θησέα. «Την ιστορική εποχή δηλαδή που οι άρχοντες καθάριζαν τους κακούς μόνοι τους και λογαριασμό δεν έδιναν σε κανένα, μήτε στους θεούς». Και η μικρή γοργόνα έμαθε και τα μυστικά του ψαρέματος, δίκτυα, παραγάδια, κάπου - κάπου και κανένα πυροφάνι (αυτό δεν απαγορεύεται;) και φυσικά πετονιά. Όταν δε μεγάλωσε αρκετά, ακολούθησε αποκλειστικά την τέχνη του ψαρέματος, της πήγαινε καλύτερα κατά πως έλεγε.
Και τα καλοκαίρια να ‘σου τα δίκτυα και η καλή οργάνωση που έφερνε θαρρώ αποτελέσματα. Κάπως έτσι πιάστηκα μια φορά στα δίκτυα της και εκεί που νόμιζε πως έπιασε πελαγίσια τσιπούρα, αντίκρισε το ροφό μπροστά της μπλεγμένο άσχημα και απορημένο.
«Ο ροφός είναι το καλύτερο ψάρι των ελληνικών θαλασσών», μου πέταξε, τη στιγμή ακριβώς που ήλθε κολυμπώντας κοντά μου για να με σώσει!!. «Κι εγώ νόμιζα πως ήταν η ζαργάνα», της ανταπάντησα ευτυχής την ώρα που πιασμένος από την ουρά της τράβηξα στην ασφάλεια της παραλίας.
Ωραία είναι η παραλία, ακόμα και για ψάρεμα!. Αλλά και οι όχθες ενός ποταμού με τις πετονιές απλωμένες αναμένοντας την άγρια πέστροφα, δεν είναι καθόλου άσχημες για εμάς, τα παιδιά των βουνών.
Έχω ένα φίλο από την Καλαμπάκα που ψαρεύει στον Ασπροπόταμο με καλάμι και με υπομονή μεγάλη. Και όσο αργούν οι πέστροφες να βγούν, τόσο η φωνή του φοβίζει τα πλάσματα της φύσης. Απειλώντας θεούς και δαίμονες καταφέρνει στο τέλος και γεμίζει το σακούλι του. Ένας άλλος όμως ψαράς του βουνού, στην ίδια περιοχή κάνει ψαροντούφεκο στο ποτάμι!!. Παράλογο ακούγεται, όταν όμως αντίκρισα την εικόνα του ψαροντουφεκά με όλες τους τις αρματωσιές, τρόμαξα.
Η καλή μου όμως δεν κάνει τέτοια στραβά, είναι της νομιμότητας. Και το μεγαλύτερο έπαθλο γι’ αυτήν είναι μερικοί σαργοί. Στα «άλλα ψαρέματα» είναι οι ροφοί, οι βασιλιάδες της θάλασσας. Όπως καλή ώρα ο βασιλιάς του δάσους είναι ο κάπρος.
Όταν έχει φουρτούνα η θάλασσα η καλή μου τρώγεται με τα ρούχα της, παθαίνει «στερητικό σύνδρομο» και αντί να ρίξει το καλάμι, το καβαλάει!. Τέτοια ζοχάδα έχει. Και τις φταίνε όλα, η άτιμη η κοινωνία, και κυρίως εγώ που δεν την σκέφτομαι και δεν την νοιάζομαι όπως αυτή εμένα!. Ο καλός ο ψαράς όμως στα δύσκολα φαίνεται, πως κάνει ζάφτι τις καιρικές συνθήκες, πως καταλαγιάζει τις μπόρες της ανασφάλειας.
Βουνίσιος είμαι και δεν κατέχω από τρικυμίες. Τον παγωμένο βοριά τον ξέρω καλά όμως, τον ξέφρενο άνεμο επίσης. Και πάντα έχω τις λύσεις έτοιμες. Αντίθετα η καλή μου περιμένει τη μπουνάτσα για να έλθει στα «ίσα» της.
Καιρό πολύ με «ψήνει» η καλή μου να την πάρω μαζί στο κυνήγι του κάπρου. Δεν της το αρνούμαι αλλά το αναβάλλω. Σκέφτομαι τα «χειρότερα». Να βρίσκομαι δηλαδή στο καρτέρι για τον κάπρο ώρες πολλές παρέα με την πετροπέρδικα.

Δευτέρα 13 Οκτωβρίου 2008

Το βουνό θέλει ... whisky

Η νέα κυνηγετική περίοδος είναι πάλι εδώ!.Άρχισε με βροχές και κρύο ασυνήθιστο για την εποχή. «Από Μάρτη καλοκαίρι και από Αύγουστο χειμώνα» που έλεγαν και οι παππούδες μας, ζώντας προφανώς και στις εποχές τους ανάλογους καιρούς σαν τον δικό μας..
Τα σκυλιά μας είναι «έτοιμα». Στα εκπαιδευτικά που προηγήθηκαν έδειξαν την μεγάλη τους αξία. Όπως συνήθως άλλωστε. Στην εκπαίδευση πρώτα - και στο «δια ταύτα» τελευταία!!. Κάποια φορά θα καταφέρουμε να εξηγήσουμε και το μυστήριο τούτο!, μέχρι τότε όμως έχουμε να χύσουμε πολύ ιδρώτα - ιδίως η παγάνα που όταν δεν κοιμάται στα βαθύσκια πουρνάρια, «ματώνει» προς χάριν της αποστολής.
Οι ομάδες αντάμωσαν και πάλι σε πλήρη σύνθεση. Τη φορά ετούτη σίγουρες για το καλό αποτέλεσμα. Όχι όπως τις προηγούμενες φορές που «κάτι στράβωνε και ο κάπρος κούναγε μαντήλι στα καρτέρια». Τώρα και να φύγει από τα καρτέρια, θα σκοντάψει στα σκουπίδια που αφήνουμε στο βουνό και είναι πάρα πολλά. Τι πλαστικές σακούλες, τι ποτήρια πλαστικά, τι αλουμινόχαρτα από κρουασάν, τι κουτάκια από μπύρες, ακόμα και άδεια μπουκάλια από whisky malt. Ναι, «το βουνό θέλει whisky, και αν δεν είναι malt ας είναι τουλάχιστον bourbon». Δεν μιλάμε καθόλου για τους άδειους κάλυκες που μετριούνται σε χιλιάδες τόνους αν συγκεντρωθούν κάποια φορά. Άλλη πικρή ιστορία οι άδειοι κάλυκες που κάνουν το βουνό και γυαλίζει στις αντανακλάσεις του ήλιου.

Από μερικούς κυνηγούς απουσιάζει εντελώς η οικολογική συνείδηση. Λίγοι είναι, ικανοί όμως να βρωμίσουν το δάσος στο πέρασμά τους. Και χρόνο με το χρόνο, τα σκουπίδια πολλαπλασιάζονται και πνίγουν τις ρεματιές, το οξυγόνο μας. Κατά τη γνώμη μου δεν διαφέρουν σε τίποτα από τους λαθροθήρες. Κοινό γνώρισμα και των δυό κατηγοριών είναι οι «κυνηγετικές άδειες» που έχουν και τους κατατάσσουμε στην οικογένεια των κυνηγών.

Οι λαθροθήρες και οι βρωμίζοντες το δάσος «κυνηγοί», είναι φίλοι μας, γνωστοί μας, συγχωριανοί μας. Μας προκαλούν με τις πράξεις τους και την αδιαφορία τους. Τους ξέρουμε καλά. Ας τους μιλήσουμε, ας τσακωθούμε μαζί τους εν ανάγκη. Αρκεί να φέρουμε το επιθυμητό αποτέλεσμα. Ας τους απομονώσουμε εν τέλει. Λερώνουν και το δικό μας όνομα, μας εκθέτουν δίχως να φταίμε. Ας τους καταγγείλουμε. Ας γίνουμε εμείς «οι ρουφιάνοι και οι κακοί».

«Ευτυχώς όμως που έχουμε και την Θηροφυλακή και ελέγχει συνέχεια τους κυνηγούς». Τόσα χρόνια στα βουνά δεν έτυχε να την δώ ποτέ μου, ακούω και διαβάζω όμως για τα σπουδαία κατορθώματα της κατά περιόδους. Πιάστηκε ένας λαθροθήρας στη Μεγαλόπολη, ένας άλλος στον Έβρο, ένας τρίτος κάπου στο Βόλο. Διαβάζω επίσης για το σπουδαίο έργο που επιτελεί, μόνο που δεν το βλέπω, δεν το ξέρω. Για το έργο της Θηροφυλακής μιλάνε και οι Ομοσπονδίες. Τώρα τελευταία μιλάει και το Σωματείο που έκαναν οι Θηροφύλακες. Όλοι τους αγωνίζονται για την προστασία του δάσους, για το καλό μας δηλαδή….

Καλή είναι η γκρίνια και αν αρχίσει κανείς δεν σταματά εύκολα. Όμως δεν φαίνεται φώς στον ορίζοντα που θα διορθώσει τα πράγματα. Μαζί με τα «άσχημα» όμως αντάμα έχουμε και τα «καλά». Εκείνα δηλαδή τα λίγα που μας κάνουν και νιώθουμε όμορφα όταν βρισκόμαστε στο δάσος. Τα απλά πράγματα που μας γεμίζουν χαρά, όταν ψήσουμε το ξημέρωμα τον καφέ μας στα ξύλα, όταν χάσουμε το «άγριο» και δεχτούμε τα «πυρά» της ομάδας μας, όταν μουσκέψουμε στο πυκνό ή στις ιχνηλασίες αναζητώντας ένα ελάχιστο πάτημα του κάπρου, όταν η κούραση μας βαραίνει τα πόδια, όταν γευόμαστε τον κόπο μας.

Η περιπέτεια, το αναπάντεχο, το μη δεδομένο, η απόλυτη σιωπή στο καρτέρι, το παγωμένο ρεύμα της ρεματιάς, το αγνάντι από τα διάσελα και τις κορφές, ο ξάστερος ουρανός, μα και τόσα ακόμα, όλα μαζί κι ένα – ένα χώρια, μας κάνουν ανθρώπους. Που δεν ξεχάσαμε τη φύση μας, την προέλευσή μας.

Μόνο στο δάσος γινόμαστε κοινωνοί του επέκεινα. Πέρα από την αιωνιότητα ίσως διακρίνουμε τον μικρόκοσμό μας και σκεφτούμε με τη λογική και όχι με το συναίσθημα.

Δευτέρα 22 Σεπτεμβρίου 2008

Άγραφοι Νόμοι...

Όταν ο Πλάτωνας και ο Αριστοτέλης μιλούσαν για Πολιτείες και Νόμους, για τέλεια πολιτικά συστήματα και άλλα τέτοια ωραία και σπουδαία, κατά νού είχαν την ανάπτυξη των πόλεων όπου η δημοκρατία θα μπορούσε να λειτουργήσει. Πόλεις όμως μικρές, ανθρώπινες. Αλλά η κληρονομιά τους μας έδωσε πόλεις τέρατα, αυτές δηλαδή που βλέπουμε σήμερα και ζούμε σε αυτές. Αυτή η τερατογέννηση, η αστυφιλία, διέλυσε τη ζωή στην ύπαιθρο, ερήμωσε τα χωριά, άφησε τα χωράφια χέρσα.

Η πραγματική ζωή όμως βρίσκεται ακόμα εκεί, στους έρημους τόπους που με χίλιες δυσκολίες προσπαθούν οι εναπομείναντες λιγοστοί αγρότες να συνεχίσουν να δουλεύουν τη γη, να οργώνουν το χώμα, να κλαδεύουν το αμπέλι, να κυνηγούν.

Το κυνήγι είναι συνυφασμένο με την ανθρώπινη ύπαρξη. Έχει γεννηθεί μαζί με τον άνθρωπο, από τότε δηλαδή που οι παλιοί μας πρόγονοι «αμάρτησαν» και διώχτηκαν από τον «παράδεισο». Τόσο παλιό και ακόμα πιο πίσω!.

Ο άνθρωπος της πόλης δεν μπορεί να κατανοήσει το κυνήγι. Για έναν απλούστατο λόγο, δεν γνωρίζει ποια είναι η φύση. Και όσα ξέρει γι’ αυτήν τα έμαθε μέσα από τα βιβλία, την τηλεόραση, ένα αγχωμένο σαββατοκύριακο σε χειμερινά κέντρα. Και οι οικολόγοι που την «ξέρουν» καλά, ότι μάθουν σε ένα σαββατοκύριακο «περιπέτειας και αδρεναλίνης» οργανωμένης πολλές φορές από εναλλακτικές εταιρείες.

«Οι οικολόγοι ζουν στις πόλεις και οι κυνηγοί ζουν στην ύπαιθρο», άκουσα από φίλο αγρότη που διαμαρτυρήθηκε σε συζήτησή μας για τις λανθασμένες ενέργειες των οικολόγων να αφήνουν κατά καιρούς στο δάσος φίδια, λύκους κτλ. εμπλουτίζοντας τάχα την πανίδα και αγνοώντας τα προβλήματα που θα επιφέρουν τέτοιες ανόητες και απερίσκεπτες ενέργειες που γίνονται κατά κανόνα δίχως μελέτη.

Οι κυνηγοί στην Ελλάδα στην πλειοψηφία τους είναι από την ύπαιθρο ή κατάγονται από κάποιο χωριό. Οι καταβολές τους δηλαδή δεν είναι αστικές και ας ζουν αρκετοί σε πόλεις. Θα ‘λεγε κανείς για δυό κόσμους διαφορετικούς που αντιμάχονται για το σωστό. Ο καθένας από τη σκοπιά του. Γιατί το σωστό, η αλήθεια, είναι έννοιες καθαρά υποκειμενικές.

Το κυνήγι για τον αγρότη είναι μία φυσική λειτουργία, όπως το πρωινό ξύπνημα, ο σκάρος με τα «πράματα», το θέρισμα του καλαμποκιού, και τόσες άλλες. Είναι στη ζωή του, στην καθημερινότητά του. Λειτουργία που συμπληρώνει τη δύσκολη ζωή του. Δεν μπορείς να του την στερήσεις.

Για τον οικολόγο, το κυνήγι είναι έγκλημα. Πυροβόλα όπλα και σκυλιά εναντίον του ανυπεράσπιστου θηράματος. Και πολλά τέτοια μεγάλα και πομπώδη που δείχνουν άγνοια για τους νόμους που διέπουν τη φύση. Και πέρα από τους νόμους της οργανωμένης ζωής μας, υπάρχουν και οι άλλοι νόμοι, οι «άγραφοι», αυτοί που έρχονται από τα βάθη των αιώνων, εναρμονισμένοι απόλυτα με τους φυσικούς νόμους. Και είναι πολύ δυνατοί και ετούτοι οι νόμοι.

Στην ουσία, η αντιπαράθεση ανάμεσα σε οικολόγους και κυνηγούς, δεν έχει να κάνει με το ποιος αγαπά πιότερο τη φύση, ποιος την προστατεύει από τις κακοτοπιές. Έχει να κάνει – κατά τη γνώμη μου, με το ποιος από τους δύο θα ‘χει το πάνω χέρι στον έλεγχο. Ποιος θα γίνει ο «μπόσης» και ποιος ο «παρακατιανός». Λες και η φύση αποζητά κουμανταδόρους και προστάτες.

Το βουνό, το δάσος, οι ποταμιές και τα λαγκάδια, πρέπει να είναι ελεύθερα για όλους του έλληνες πολίτες και όλες τις εποχές του χρόνου. Είτε αυτοί θέλουν να κυνηγήσουν, είτε να περπατήσουν σε παλιά μονοπάτια. Για να γίνει όμως αυτό, για να χαίρονται όλοι εξ’ ίσου τις χαρές της φύσης, ας καθίσουν οι «αιώνιοι εχθροί - οικολόγοι και κυνηγοί» σε ένα τραπέζι και με την απαραίτητη γνώμη της κάθε τοπικής κοινωνίας ας αποφασίσουν που θέλουν ζώνες προστατευμένες από το κυνήγι και που ελεύθερες περιοχές. Γιατί κακά τα ψέματα, σε κοινωνίες πολιτισμένες – όπως θέλουμε να λέμε και για την δική μας, τον πρώτο λόγο τον έχουν οι τοπικές κοινωνίες και αυτές αποφασίζουν τι είναι καλό και συμφέρον για τον τόπο τους. Αν τον πρώτο λόγο τον έχουν οι οικολογικές οργανώσεις και οι κυνηγετικές ομοσπονδίες, η δημοκρατία μας χωλαίνει…

Πάντοτε οι λύσεις υπάρχουν δίπλα μας και τις προσπερνάμε. Επειδή συνήθως προτάσσουμε το «εγώ» και όχι το «εμείς». Στην δική μας περίπτωση το πρόβλημα είναι πιο σύνθετο διότι μετέχουν σε αυτό και τρίτοι εξωθεσμικοί παράγοντες. Το δάσος όμως μας χωρά όλους, «καλούς και κακούς».

Σάββατο 23 Αυγούστου 2008

Δελτίο Τύπου από την Ένωση Θηροφυλάκων

ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΑ ΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑ ΘΗΡΟΦΥΛΑΚΩΝ
ΚΥΝΗΓΕΤΙΚΩΝ ΟΡΓΑΝΩΣΕΩΝ
Αριστοτέλους 32 (κτίριο Ε.Κ.Θ. 4ος όροφος, γραφείο 6)
Τ.Κ. 546 31 ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ.
Fax: 2310 757 086 - Ε-mail: Pothko@yahoo.gr

Θεσσαλονίκη 19-8-2008
Αριθ. πρωτ.: 60


ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ – ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ

ΕΝ ΟΨΕΙ ΤΗΣ ΕΝΑΡΞΗΣ ΤΗΣ ΚΥΝΗΓΕΤΙΚΗΣ ΠΕΡΙΟΔΟΥ ΧΩΡΙΣ ΤΟ
ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΤΗΣ ΕΡΕΥΝΑΣ – ΕΛΕΓΧΟΥ ΟΙ ΙΔΙΩΤΙΚΟΙ ΦΥΛΑΚΕΣ ΘΗΡΑΣ ΤΩΝ ΚΥΝΗΓΕΤΙΚΩΝ ΟΡΓΑΝΩΣΕΩΝ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΤΟΥ ΑΡΜΟΔΙΟΥ ΥΦΥΠΟΥΡΓΟΥ ΑΓΡΟΤΙΚΗΣ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ ΚΑΙ ΤΡΟΦΙΜΩΝ κ. ΚΙΛΤΙΔΗ ΣΕ ΕΡΩΤΩΜΕΝΟΥΣ ΒΟΥΛΕΥΤΕΣ ΣΤΗ ΒΟΥΛΗ Η ΠΟΛΙΤΕΙΑ ΕΙΝΑΙ ΑΠΑΡΑΙΤΗΤΟ ΝΑ ΕΠΙΛΥΣΕΙ ΤΟ ΠΡΟΒΛΗΜΑ ΤΩΝ ΑΡΜΟΔΙΟΤΗΤΩΝ ΚΑΙ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑΣ ΤΩΝ ΙΔ. ΦΥΛΑΚΩΝ ΘΗΡΑΣ ΠΟΥ ΞΕΚΙΝΗΣΕ ΜΕ ΔΙΚΕΣ ΤΗΣ ΑΠΟΦΑΣΕΙΣ ΑΠΟ ΤΟ 1999.

Επιβεβαιώνεται η στάση της Πανελλήνιας Ομοσπονδίας Θηροφυλάκων Κυνηγετικών Οργανώσεων αφού ο Υφυπουργός Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων σε έγγραφη απάντηση που εξέδωσε με αφορμή ερωτήσεις βουλευτών στη Βουλή τελικά παραδέχθηκε εμμέσως πως οι ιδιωτικοί φύλακες θήρας δεν μπορούν να ασκήσουν ελέγχους και έρευνες σε διερχόμενους κυνηγούς, πολίτες και στα οχήματά τους στην ύπαιθρο.

Συγκεκριμένα στην απάντηση του (σχετικό το με αριθ. 53/30-7-2008 έγγραφο του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης) ο Υφυπουργός κ. Κιλτίδης συσχέτισε τις αρμοδιότητες των ιδ. φυλάκων θήρας μόνο με τη γενικότερη διάταξη της παρ. 2 του άρθ. 38 του ν. 1845/89 (νόμος για τη δασοπροστασία) που αφορά όλες τις κατηγορίες δασικών υπαλλήλων που υπηρετούσαν στη δασική υπηρεσία, ακόμη και τους προσωρινούς Δασοπυροσβέστες ΥΕ, με την οποία ο κάθε ένας υπάλληλος είναι υποχρεωμένος στη σύλληψη των πολιτών κατά τη στιγμή που αυτοί παραβαίνουν το νόμο περί δασών, να τους οδηγούν στην πλησιέστερη Αστυνομική Αρχή, να τους κατάσχουν όλα τα πειστήρια π.χ. αλυσοπρίονα, τσεκούρια, θηράματα κλπ, και να υποβάλουν τη σχετική μήνυση. Η διάταξη αυτή τίθεται για πρώτη φορά από την Πολιτεία με την τελευταία απάντηση του κ. Κιλτίδη.

Τονίζουμε πως ενδεικτικό της σύγχυσης και του παραλογισμού που επικρατεί είναι πως πολλοί ιδ. φύλακες θήρας ασκούν σήμερα παράνομα ελέγχους σε πολίτες, ακολουθώντας τις εντολές των κυνηγετικών οργανώσεων οι οποίες έχουν προηγουμένως διαμηνύσει προς κάθε κατεύθυνση πως το αντίθετο αποτελεί άρνηση εκτέλεσης εργασίας ή αργομισθία, άρα απόλυση, παρά τις δικαστικές αποφάσεις και τις οδηγίες που έχουν δώσει ορισμένες Εισαγγελικές και Δασικές Αρχές. Αυτό όμως εκθέτει τους ιδ. φύλακες θήρας τόσο σε δικαστικές περιπέτειες όσο και σε προστριβές με πολίτες όπως το τελευταίο περιστατικό που φέρεται να έγινε στη Χαλκιδική το οποίο και καταδικάζουμε απερίφραστα. Μετά από αυτό καλούμε τον κ. Κιλτίδη να μην αφήνει άλλο την εκκρεμότητα, αξιοποιώντας τη δυνατότητα που δίνεται από το νόμο (ν. 3208/2003) για άμεση και ορθή λύση με Απόφασή του.

Λύση τόσο στο ζήτημα των αρμοδιοτήτων όσο και κυρίως στο ζήτημα του τρόπου λειτουργίας των ιδ. φυλάκων θήρας το οποίο εξάλλου είναι και η γενεσιουργός αιτία όλων των προβλημάτων που εμφανίζονται στη θηροφυλακή. Έτσι θα τερματιστεί το άδικο και αντισυνταγματικό καθεστώς λειτουργίας που ξεκίνησε από το 1999 με Αποφάσεις της Πολιτείας με τις οποίες και προκειμένου να μην προχωρήσει σε προσλήψεις αντίστοιχου μόνιμου προσωπικού στη δασική υπηρεσία ανέθεσε στους ιδ. φύλακες θήρας που προσλαμβάνονται από τις κυνηγετικές οργανώσεις (Ν.Π.Ι.Δ.) με συμβάσεις ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου και από τους πλέον χαμηλόμισθους, να εποπτεύουν και να τηρούν το νόμο για τη θήρα, την άγρια ζωή και το φυσικό περιβάλλον, έχοντας (όπως αποδείχθηκε παράνομα) ανακριτικά και αστυνομικά καθήκοντα, έξω από τις αρμόδιες κρατικές υπηρεσίες και με την πλήρη καθοδήγηση και συντονισμό από τους κυνηγούς και μόνο, οι οποίοι μπορούν και τους απολύουν (με συνοπτικές διαδικασίες) με μια απλή πλειοψηφία του Δ.Σ. της κάθε οργάνωσης, χωρίς την προστασία από την Πολιτεία.


Για το
Διοικητικό Συμβούλιο


Ο Πρόεδρος Ιωάννης Ρετζέπης

Ο Γεν. Γραμματέας Γεώργιος τρανταφυλλίδης

Δευτέρα 18 Αυγούστου 2008

Ένας χρόνος μετά τον πύρινο εφιάλτη του 2007

Αύγουστος πάλι. Στο νου γυρίζουν σαν εφιάλτης οι στιγμές που κάηκε πέρυσι ο τόπος μας. Σε ελάχιστες ημέρες πόσο κακό, πόση δυστυχία, πόσοι νεκροί συνάνθρωποί μας, φίλοι μας, συγγενείς, πατριώτες, Από τις ασύμμετρες απειλές του υπουργού; Από τις φυτείες των χασισοπαραγωγών; Από το ίδιο το δάσος που είχε «πυρώσει» και ζήταγε τη φωτιά; Ποτέ δεν μάθαμε τον λόγο, τα «γιατί» έμειναν αναπάντητα να συσκοτίζουν – το έρεβος δεν έδωσε τη θέση του στο φώς.
Τις ανοικτές ακόμα πληγές της μεγαλύτερης πύρινης καταστροφής που γνώρισε ο τόπος μας, κανένα φάρμακο δεν θα σταθεί ικανό να τις επουλώσει. Γιατί το δάσος κάποια στιγμή θα αποκτήσει και πάλι τη ζωντάνια του – μόνο του ή με τη γνώση και την βοήθεια των επιστημόνων, ο άνθρωπος που «έφυγε» όμως δεν αντικατασταίνεται, είναι μοναδικός.
Τα χωριά μας ήταν ακόμα γεμάτα με κόσμο. Και το δικό μου χωριό που περίμενε να γιορτάσει τον άγιό του, τον Ιωάννη τον Πρόδρομο. Κάπου τρακόσες ψυχές είχαν γεμίσει με φωνές το έρημο σε όλη τη διάρκεια του χρόνου μικρό χωριό μας. Και οι στιγμές ήταν όμορφες, καλοκαιρινές. Μέχρι τη στιγμή που ακούστηκε η λέξη «φωτιά στον Αλφειό»
Το χωριό μας είναι ορεινό κάπου στα 1030 μ. υψόμετρο. Όμως ο Αλφειός είναι η κοιλάδα μας, η αρχαία μας αναφορά στο χρόνο. Η ιστορία μας και η ζωή μας. Το οξυγόνο μας.
Έτρεξα στη φωτιά. Λίγοι άνθρωποι συγκεντρωμένοι, ο Δήμαρχος και μερικοί συμπατριώτες με υδροφόρες στα αγροτικά τους αυτοκίνητα. Οι υπόλοιποι ήσαν στα «ψηλά και αγνάντευαν, λυπόντουσαν, δυσανασχετούσαν, απειλούσαν», αλλά έμεναν εκεί, στην ασφάλεια του ορεινού.
Έτσι συνήθως λειτουργούν οι έλληνες, από «μακριά» πάντα εκεί που οφείλουν να είναι από «κοντά». Τα περιμένουν όλα από την πολιτεία και αυτή τα περιμένει από το θεό. Όλοι τα περιμένουν από τους άλλους. Και πραγματικά, στον Αλφειό, στην Ηλεία, στην Εύβοια και όπου υπήρχε φωτιά, οι «άλλοι» ήσαν εκεί, και έδιναν τις δυνάμεις τους, έδιναν την ψυχή τους.
Σε ημιορεινό χωριό της περιοχής μας, μπαλκόνι όμορφο στον Αλφειό, οι κάτοικοι μαζεμένοι στην πλατεία αγανακτούσαν με όσα έβλεπαν στα πόδια τους. Περάσαμε από την πλατεία και σταματήσαμε με τη μηχανή του αυτοκινήτου αναμμένη – ίσα να πάρουμε καφέδες και νερό. «Φάρμακα» κατά της αϋπνίας και της κούρασης. Το «μαγαζί» όμως δεν μας έδωσε διότι «πενθούσαν» μαζικά για τις καταστροφές. Είκοσι άτομα γυροβολιά, καθισμένα αναπαυτικά στις καρέκλες τους, «με τα ποτά τους και τις φραπεδιές τους και λιωμένοι στα τσίπουρα πενθούσαν για τις φωτιές». Και δεν μας έδωσαν για να συνεχίσουμε να σβήνουμε, να συνεχίσουμε να προσπαθούμε. Σε γειτονικό χωριό επίσης και επίκεντρο της φωτιάς, ο χειριστής σκαπτικών εργαλείων που άνοιγε μέρα και νύκτα ασταμάτητα αντιπυρικές ζώνες, δεν κατάφερε να πάρει ένα απλό σάντουιτς από το μαγαζί στις 2 το μεσημέρι διότι «μόλις είχε κλείσει».
Μήπως είμαστε γραφικοί; Ρώτησα με αγανάκτηση τον φίλο συνοδηγό. Ότι και να είμαστε, τον άκουσα να λέει, πάτα γκάζι γιατί μας χρειάζονται εκεί κάτω.
Δεν σβήναμε όλοι φωτιές, δεν θα μπορούσαμε άλλωστε. Υπήρχαν τόσες δουλειές παράλληλες που έπρεπε να γίνουν, που κάθε βοήθεια ήταν πολύτιμη. Νερό και σάντουιτς να πήγαινε κάποιος, καφέδες να μοίραζε κάποιος άλλος, ένα λόγο καλό, ένα «κουράγιο παιδιά», ένα μονοπάτι να έδειχνε προς τη φωτιά κανείς. Αυτά τα ελάχιστα χρειαζόμασταν για να συνεχίσουμε την αϋπνία μας. Και στο κεφαλοχώρι «πενθούσαν!».
Το τρίτο βράδυ, αποκαμωμένος από την προσπάθεια, πήγα στο σπίτι μου να κοιμηθώ μια ώρα, να κάνω ένα μπάνιο να διώξω τη βρώμα και τη στάχτη από πάνω μου. Βρήκα το χωριό έρημο και πνιγμένο στη κάπνα που είχε φέρει ο αέρας από τα δυτικά. Ψυχή δεν υπήρχε στο χωριό, είχαν φύγει όλοι ύστερα από την προτροπή της αστυνομίας «αδειάστε τα χωριά σας». Και το χωριό άδειασε. Έκανα ένα μπάνιο γρήγορα και έφυγα πάλι. Πήγα κοντά στα μέτωπα, κοντά στους ανθρώπους που δεν «πενθούσαν», σε καλύτερο οξυγόνο. .
Ξημέρωμα της επόμενης ημέρας, ένα τζιπ της πυροσβεστικής με δυό αξιωματικούς φάνηκε μπροστά μας. «Ήλθαμε να σας συντονίσουμε», ακούστηκε να λέει ο επικεφαλής. Είστε πολλοί; Ναι είμαστε πολλοί, είκοσι – τριάντα άτομα!. Αλλά δεν θέλουμε να μας συντονίσετε, να σβήσουμε τις φωτιές θέλουμε. Οι πυροσβέστες…, που να πρωτοπήγαιναν κι αυτοί; Καιγόταν η μισή Ελλάδα!.
Όταν η δασοπυρόσβεση υπάγονταν στα κατά τόπους Δασαρχεία τα αποτελέσματα ήταν διαφορετικά. Το δάσος θέλει άλλη μεταχείριση, διαφορετική αντιμετώπιση και γνώση. Και οι δασοπυροσβέστες είχαν την ανάλογη εκπαίδευση. Η πολιτεία φρόντισε όμως και την δασοπυρόσβεση την άφησε στην πυροσβεστική. Και πήρε δώδεκα χιλιάδες αγροφύλακες να φυλάνε τα χέρσα χωράφια και την ατέλειωτη ερημία της υπαίθρου.
Αλλά και σε κάθε φωτιά, η βοήθεια του κόσμου, η εθελοντική προσφορά δίνει λύσεις. Για να «συγκινηθεί» όμως ο έλληνας, η καταστροφή πρέπει να «ακουμπήσει» το δικό του σπίτι. Δεν σηκώνεται εύκολα για «τις περιουσίες άλλων». Το πολύ – πολύ να πιεί καμιά γερή «φραπεδιά» για να πνίξει το «πένθος» του.
Σε όλη αυτή την αγωνία των 5 -6 ημερών, μέχρι να αρχίσουμε να μετράμε τους νεκρούς συνανθρώπους μας και να αρχίσει το πραγματικό πένθος, στην προσπάθεια και στην κούραση, στον πόνο και στο βουβό κλάμα, στη μανία της φωτιάς και στο δικό μας πείσμα, τριγύρω μου είδα και φίλους κυνηγούς να παλεύουν ασταμάτητα να περισώσουν ότι ήταν δυνατό. Δεν αντίκρισα κανένα από αυτούς που τα «λόγια τα μεγάλα» τα έχουν εύκολα. Πολλά μπορεί να εξιστορήσει κανείς από αυτά που έζησε τις ημέρες του πύρινου εφιάλτη, είτε δίνοντας τον αγώνα από «μέσα» είτε κριτικάροντας και πενθώντας από το αγνάντι και την ασφάλεια της «φραπεδιάς». Εύχομαι και ελπίζω να μην ζήσουμε ποτέ πάλι τέτοια καταστροφή, να μην θρηνήσουμε ποτέ ξανά τόσα αθώα θύματα.

Πέμπτη 10 Ιουλίου 2008

Αμαρτίες παλιές!

Η καλύτερη στιγμή του κυνηγού είναι όταν στο τραπέζι υπάρχει ο κόπος της ημέρας. Ο βασιλικός μεζές συμπληρώνεται από ντόπια χορταρικά, λίγο τυρί με λιπαρά (όχι τυρί με ενέσεις), ψωμί ζυμωτό και κρασί κόκκινο σαν το αίμα.

Λιτό γεύμα, όπως λιτή πρέπει να είναι και η ζωή μας. Δίχως τα περιττά, τα άχρηστα που καταναλώνουμε και γιομίζουμε τα στομάχια μας μπας και χορτάσουμε την πείνα μας. Μα υπάρχει πείνα στις μέρες μας; Ναι υπάρχει, όσο θα υπάρχει κακή διαχείριση των αγαθών, όσο ο άνθρωπος θα στέκεται μακριά από τη μάνα γη που μπορεί να του δώσει τα πάντα.
Η ζωή στην πόλη δεν είναι φιλική προς τον άνθρωπο, του έχει δώσει πολλά καινούρια προβλήματα, μεταξύ δε αυτών και τις ασθένειες της βιομηχανικής και τεχνολογικής εποχής. Αντίθετα στο χωριό, στην ύπαιθρο γενικότερα, τα πράγματα κυλούν ομαλότερα, δίχως τις πιέσεις του χρόνου. Ακόμα και αυτές οι γνωστές «ασθένειες» σπανίζουν. Ο κάτοικος της υπαίθρου δεν χρειάζεται να φορά ρολόι, γνωρίζει ανά πάσα στιγμή πότε πρέπει να γίνει η οποιαδήποτε εργασία. Όπως τότε παλιά, που ο καλός μας ο Ησίοδος, έχοντας στην κατοχή του ένα μικρό χωράφι μόνο για τα προς το ζην, μας έδωσε τόσες πληροφορίες και βοήθειες, πως πρέπει και πότε να γίνονται οι καλλιέργειες στη γη, μας μίλησε για την κατάλληλη χρονική στιγμή, που ακόμα και σήμερα θεωρούνται πολύτιμος μπούσουλας για κάθε καλλιεργητή. «Ο Όμηρος μιλά για ήρωες και ο Ησίοδος για αγρότες» έλεγε αργότερα ο συγχωρεμένος ο μέγα Αλέξανδρος, θέλοντας προφανώς να μειώσει τον Ησίοδο. Όμως ο άνθρωπος ανάγκη έχει τον λόγο, ανάγκη και το ψωμί.

Για την αγροτική ζωή των παλιών χρόνων μας πληροφορούν και «αι Αλκίφρονος επιστολαί» κάπου στον 2ο μχ. Αιώνα: «Ο Κωμαρχίδης προς τον Ευχαίτη: η γουρούνα που ήταν ετοιμόγεννη, γέννησε τελευταία και έχω τώρα άφθονα γουρουνόπουλα. Γρυλίζουν βέβαια ενοχλητικά, αλλά είναι πολύ ωραία όταν τρώγονται. Σου στέλνω λοιπόν, και σένα δυο απ’ αυτά να τα αναθρέψεις, γιατί φτωχός όπως είμαι, δεν μπορώ να τα θρέψω όλα με το λιγοστό κριθάρι μου. Γι’ αυτό έρχομαι σ’ επαφή με φίλους, που έχουν περιουσίες αγροτικές, με την απλότητα του χωριάτη, έτσι όπως μας έχει αναθρέψει η αγαπημένη γη μας, απλοϊκούς και φιλαλλήλους»

Πολλές οι ιστορίες για τον κάπρο τελικά είτε ήμερος είναι αυτός είτε άγριος. Η γνωστότερη ίσως εκείνη με τον Ερυμάνθιο και τον άθλο του Ηρακλή. Εκείνος ο Ηρακλής της Μυθολογίας, που ήταν πρόσωπο υπαρκτό, στην εποχή του έκανε μεγάλα και σπουδαία πράγματα. Αλλά διέπραξε και αμαρτήματα που αν δεν ήταν γιός του Δία, ακόμα στη φυλακή θα σάπιζε. Ακόμα και ο μεγάλος Ευριπίδης ασχολήθηκε μαζί του στο έργο του «μαινόμενος Ηρακλής» και εξιστορεί με ακρίβεια τα αποτελέσματα της παράφορης πράξης του να σκοτώσει τα παιδιά του. Κατά Λύσιππον είχε «πολύ δυνατά μέλη και τεραστίους μυώνας» με το ρόπαλο πάντοτε παρά πόδας.

Προφανώς το ρόπαλο στα χέρια του θα ήταν ένα υπερόπλο της εποχής εκείνης. Με το υπερόπλο αυτό ανά χείρας και έπειτα από εντολή του θεού στους Δελφούς, τέθηκε στη διάθεση του σκληρού βασιλιά Ευρυσθέα στην Τίρυνθα. για δώδεκα χρόνια ώσπου να φύγουν από πάνω του οι παλιές αμαρτίες.

Αυτά είναι γνωστά και δεν θα επεκταθώ. Για εμάς όμως τους κυνηγούς ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει πιστεύω ο Μύθος του Ερυμάνθιου κάπρου που προξενούσε μεγάλες ζημιές στην Αρκαδία και ειδικότερα στα μέρη της Ψωφίδας. Με εντολή Ευρυσθέως λοιπόν ο Ηρακλής, δεσμεύτηκε να επιστρέψει στα βασιλικά δωμάτια με τον κάπρο ζωντανό.

Για πολλές μέρες είχε στήσει καρτέρι του κάπρου και ας ήταν χειμώνας καιρός. Στο καρτέρι το μεγάλο όπλο είναι η υπομονή. Και αυτός την είχε. Φάνηκε έπειτα από μέρες πολλές ο κάπρος στο σούρμα και τον παίρνει στο κυνήγι ο βουφάγος. Κυνήγι στο κυνήγι, τον βάζει μέσα στη πυκνοχιονισμένη ρεματιά. Με ηρεμία πλέον ο ημίθεος, ακολουθούσε από μακριά τα χνάρια του κουρασμένου κάπρου. Σκυλί σήμερα κυνηγά τον κάπρο και κάθεται αυτός να ξαποστάσει, πόσο μάλλον να σε κυνηγά ο γιός του Αμφιτρύωνα. Απόκαμε εντελώς ο κάπρος και εύκολα ο Ηρακλής τον πιάνει με το δίκτυ. Του κατεβάζει και μια ροπαλιά και τον φορτώνει για την βασιλική κουζίνα στην Τίρυνθα που περίμενε αναμμένη.

Ο Ηρακλής λοιπόν, είναι ο πρώτος στην ιστορία λαθροκυνηγός, σύμφωνα πάντοτε με τον Μύθο!! Αν ίσχυαν και τότε οι σημερινές περί κυνηγίου διατάξεις, σίγουρα θα είχε αφαίρεση αδείας ροπάλου και φυλακή. Το κυνήγι και οι ιχνηλασίες σε πυκνό χιόνι απαγορεύονται ρητώς. Μπορεί ο Ηρακλής να επιτέλεσε έργο σπουδαίο με τη σύλληψη του κάπρου και να αλάφρωσε ο κόσμος από τα βάσανα, οι νόμοι όμως δεν κάνουν διακρίσεις ανάμεσα σε ημίθεους και θνητούς!!. Αλλά ποιος τολμούσε να του πεί κουβέντα του σκληρού ημίθεου; Βγαλμένος από το σπέρμα του Δία, έχοντας και τη στήριξη της Αθηνάς, πέρα από τα καλά που έκανε, ήταν ο σκληρός της εποχής του. Ακόμα και τότε, που σε μια νύκτα βρέθηκε ερωτικά με τις πενήντα παρθένες κόρες του βασιλιά, κουβέντα άσχημη δεν ειπώθηκε από κανένα. Οι κοινωνίες ήταν πολύ κλειστές τότε και ο Ηρακλής είχε γερές πλάτες.

Παρασκευή 4 Ιουλίου 2008

Η Δικτατορία των blogs

Διάβασα πως το μέλλον της δημοσιογραφίας είναι τα blogs.

-- Άκουσα πως μόνο τα blogs γράφουν την αλήθεια.
-- Έμαθα πως όλοι οι άλλοι, εφημερίδες, τηλεοράσεις, αναλυτές, πικραμένοι και λυπημένοι, μας λένε ψέματα.
-- Η αλήθεια λοιπόν μόνο στα blogs.

Είμαι blogger, άρα γράφω αλήθειες, άρα είμαι τίμιος, άρα είμαι καλός άνθρωπος, ίσως και καλός χριστιανός. Και οι παπάδες απέκτησαν blogs, και οι δεσποτάδες. Και αυτοί καλοί άνθρωποι αφού διδάσκουν το λόγο του θεού μέσα από το διαδίκτυο. Αλλά και οι φυλακισμένοι έγιναν bloggers, η φυλακή λειτουργεί σαν καθαρτήριο και ο ελεύθερος χρόνος χρειάζεται ενδιαφέρουσες απασχολήσεις για να τον φέρεις βόλτα. Και όλοι οι τίμιοι που κυκλοφορούν ελεύθεροι στο φώς της ημέρας, νιώθουν την ανάγκη να «τα πούν», να τα «χώσουν». Bloggers και αυτοί σαν κι εμένα.

Εύκολο θεωρητικά είναι να λέμε και να γράφουμε αλήθειες. Ο καθένας μας τη δική του, διότι ως γνωστό, οι αλήθειες έχουν πολλές όψεις. Και ο καθένας μας διαλέγει και μία, αυτή που του ταιριάζει καλύτερα.
Εύκολο επίσης είναι να τα ισοπεδώνουμε όλα εμείς οι καλοί bloggers. Και δίκαιο. Δεν φταίμε εμείς αν οι άλλοι είναι οι κακοί, οι απέναντι.

Διαβάζω αλλού πως τα blogs είναι μόδα και πως γρήγορα θα ξεφτίσει. Όπως όλες οι μόδες δηλαδή. Αν συμβεί αυτό, τι θα απογίνουμε τόσοι καλοί άνθρωποι βυθιζόμενοι πάλι στο ζοφερό σκότος;

Είμαι blogger, άρα φωτισμένος, αλάνθαστος, ίσως και ο «υπεράνθρωπος» του Νίτσε. Γράφω και προκαλώ, ανεβάζω τις επισκέψεις μου και νιώθω βασιλιάς. Έγινα δίχως να το καταλάβω «η κοινή γνώμη». Αυτή δηλαδή που ορίζει τα πράγματα, αυτή που όλοι τους «λαμβάνουν σοβαρά υπόψη». Οδηγώ δηλαδή τις εξελίξεις, όποιες και αν είναι αυτές.

Συμμετέχω στο «κίνημα» των bloggers διότι θέλω να είμαι μέσα στα πράγματα, να ελέγχω καταστάσεις, να διοικώ με τον δικό μου μοναδικό τρόπο.

«Ξύπνησα» λουσμένος στον ιδρώτα. Έκανα ένα φρέντο (εμείς στο χωριό με φρέντο μεγαλώσαμε) στα γρήγορα και βγήκα στο μπαλκόνι. Κάθισα αναπαυτικά στην πολυθρόνα και ένιωσα το αεράκι να με δροσίζει. Άπλωσα τα πόδια μου στα κάγκελα και τράβηξα το βλέμμα μου στο καταπράσινο τοπίο.
Ρούφηξα δυό γερές γουλιές καφέ και στο νού ήλθε το όνειρο. Το όνειρο ή ο εφιάλτης;