Παρασκευή, 13 Μαρτίου 2009

Ο Πετρούλιας της ελληνικής γης

Ο Πετρούλιας ο Νικολάκης γεννήθηκε και ζεί στο βουνό. Κοντά 84 χρόνια τώρα. Στο βουνό μεγάλωσε, ανδρώθηκε, έκανε οικογένεια, Και ζει μόνος του από τότε που «έφυγε η γριά του». Στον οικισμό «Πετρουλαίικα» γνωστό στους ντόπιους, που βρίσκεται σε παλιό μονοπάτι του «Χαλασμένου βουνού», στον αρχαίο «άξονα» που ένωνε την Ηραιάτιδα χώρα με την Τεύθιδα.

Στο σπίτι του και στον οικισμό, ο «πολιτισμός» δεν έφτασε ποτέ. Το νεοελληνικό κράτος δε καταδέχτηκε ποτέ να φτάσει μέχρι τα μέρη του Πετρούλια. Στα χρόνια βέβαια της επανάστασης του 21 η περιοχή έδωσε πολλούς αγωνιστές και μαρτύρησε στη συνέχεια. Καταστράφηκε από τον καταχτητή ολοσχερώς. Τι να έκανε λοιπόν στη συνέχεια η «διοίκησις;», άφησε τον μαρτυρικό τόπο στην τύχη του. Δεν υπάρχει κατ’ αρχήν δρόμος παρά μία ατραπός. Δεν υπάρχει ηλεκτρικό και τηλέφωνο. Και ο Πετρούλιας ποτέ δεν τα αναζήτησε. Ποτέ δεν τα επεδίωξε. Και ποτέ δεν έφτασαν σε αυτόν τέτοιες «πολυτέλειες». Αλλά δεν τις είχε και ανάγκη.

Ο Πετρούλιας έρχεται από πολύ μακριά, από τότε ακόμα που ο θεός της Αρκαδίας δεν ήταν ο Δίας αλλά ο Πάνας. Η ζωή του ίδια και απαράλλαχτη με εκείνη των Αρκάδων ποιμένων, όχι εκείνων που ύμνησε το ρομαντικό κίνημα της Ευρώπης στα χρόνια της Αναγέννησης. Ίδια και συνεχής η ζωή του με των αρχαίων Αρκάδων που εμείς οι αφελείς σήμερα πιστεύουμε πως τους μάθαμε μέσα από όμορφα φτιαγμένα βιβλία και πίνακες ζωγραφικής.

«Ουτοπική Αρκαδία - αρκαδικό κεκτημένο- et in arcadia ego», όροι δίχως νόημα, γλυκεροί, κενού περιεχομένου, λέξεις τεχνικά φτιαγμένες για να χαϊδεύουν τα αυτιά και τους αδαείς. Εκείνους που δεν ξέρουν και που επιπόλαια προσπερνούν την ομορφιά δίχως καν να τους αγγίξει, δίχως να την αντικρίσουν. Επιπόλαια προσπερνούν τη γνήσια αρκαδική ψυχή. Και ακριβώς επειδή δεν την γνωρίζουν, φτιάχνουν όμορφες λέξεις για να την εξευμενίσουν, για να τους φανερωθεί. Η Αρκαδική ψυχή όμως φυλάγετε καλά από τους «αμύητους» στην αιώνια διαδρομή της.

Και ο Πετρούλιας, γνήσιος εκφραστής της και φύλακας της, φρουρός ακοίμητος ενός κόσμου που έρχεται από το επέκεινα. Με ζωή λιτή, όπως ακριβώς την ήθελαν «οι θεοί».

Τον συναντάω συνέχεια όταν πηγαίνω για κυνήγι. Στα πιο απίθανα μέρη. Τις προάλλες ήταν ανεβασμένος στη κορφή του βουνού και αγνάντευε το πέλαγος προς τα δυτικά. Μια άλλη φορά τον συνάντησα στον «Ανεμιστό» - καθισμένο στη πέτρα και λιαζόταν. Στον «Ανεμιστό», ακόμα και σε ημέρες καύσωνα, τα δροσερά ραπίσματα του αέρα δίνουν ανάσες ζωής. Συνήθως όμως τον απαντάω στα Πετρουλαίικα, κοντά στο σπίτι του. Εκεί τριγύρω πάντοτε βόσκουν φρέσκο και παχύ χορτάρι τα λιγοστά πρόβατά του. Τα τσοπανόσκυλα που έχει ελέγχουν τον χώρο από τους «ξένους», τους «βέβηλους», τους «εισβολείς» στον ιερό χώρο. Και σε εμένα που πηγαίνω συνέχεια εκεί, σηκώνουν τη φωνή τους στο θεό. «Ξένος» κι εγώ. Μα και ένα γαϊδουράκι που έχει, γέρικο όπως έμαθα, φύλακας γερός. Ελέγχει την κάθε ξένη κίνηση που του χαλάει την ησυχία.
«Ωχ! Πάλι εδώ εσύ;» Ναι καπετάνιε, πάλι εδώ. «Πάμε μέσα να σε φιλέψω». Όχι καπετάνιε, κυνηγάμε και δεν έχω χρόνο. «Καλά πάμε να πιούμε ένα τσίπουρο!».

Διασχίσαμε το μονοπάτι αφήνοντας στα δεξιά μας το αλώνι με το γαϊδουράκι να μας κοιτάζει απορημένο, τα σκυλιά έπεφταν πάνω μας τάχα να μας φάνε, και μας οδηγούσαν προς το σπίτι. Μέσα στο δάσος από τις βελανιδιές, διακρίναμε το πέτρινο κτίσμα. Ο νούς μου γρήγορα πήγε αρκετά χρόνια πίσω που δεκάχρονο παιδί έβλεπα το σπίτι του παππού μου. Μόνο που αυτό του Πετρούλια ήταν μικρότερο. Αλλά φτιαγμένο καλά από πετράδες αητούς, Λαγκαδικούς, ίσως και Σερβαίους. Περάσαμε το καλντερίμι (τον καλό δρόμο) και ανεβήκαμε την παλιά πέτρινη μικρή σκάλα. Από τη σούδα κατευθυνθήκαμε στο χειμωνιάτικο, εκεί που το τζάκι σιγόκαινε. Η παγωνιά έξω είχε δύναμη. Ο χώρος στο χειμωνιάτικο μικρός, στα αριστερά ένα κρεβάτι και στα δεξιά χώρος αποθηκευτικός με ξύλα, πολλά ξύλα μεγάλα και ψιλά. Ανάμεσα τους το παλιό τζάκι έδειχνε να καίει καλά. Απέναντι από το τζάκι προς τη μισάντρα ένα τραπέζι μικρό και καρέκλες. Βγήκαν τα τσίπουρα από το εντοιχισμένο παλιό ντουλάπι και γέμισαν τα ποτήρια. «Θέλεις μελομακάρονο;» Θέλω καπετάνιε. Μελομακάρονα και τσίπουρα, η φωτιά να σιγοψιθυρίζει, η μυρωδιά του χώρου και του ξύλου, η εικόνα του παλιού, η απλότητα και η αταξία, οι φυσικοί ήχοι, και απέναντι σε αυτά ο Πετρούλιας.

Το ξέρεις καπετάνιε πως πιτσιρικάς ερχόμουν εδώ με άλλα παιδιά από το χωριό; «Ήσουν κι εσύ τότε;» Ναι, ήμουν κι εγώ, φεύγαμε κρυφά από το χωριό και ανεβαίναμε εδώ πάνω, μας άρεσε. «Γιατί, τώρα δεν σου αρέσει;», τώρα περισσότερο από ποτέ καπετάνιε. Ήπιαμε τα τσίπουρα και σηκώθηκα να φύγω. «Τώρα που πηγαίνεις;», εδώ χαμηλότερα να παγανίσω το γουρούνι που θα βγει σε λίγο. «όχι ακόμα, δεν είναι η ώρα του». Και που ξέρεις καπετάνιε την ώρα του; «πριν ανέβεις εδώ, άκουγα τα κλαφουνίσματα των σκυλιών σας. Το ξέρω καλά το δρομολόγιο του κάπρου, θα φτάσεις εκεί στο βράχο και από εκεί θα το δεις να περνάει. Τότε να το παγανίσεις για να φύγει στη ρεματιά. Έχετε εκεί καρτέρια;». Έχουμε καπετάνιε, όλοι τους ένας κι ένας. «Καλά, είναι όμως μεγάλο γουρούνι!».

Και μεγάλο ήταν και από τα καρτέρια πέρασε σαν αερικό! Και ο αρχηγός μας ακόμα αναρωτιέται τι λάθος έκανε. Από ποια καρτέρια; Την ημέρα εκείνη που ήταν πολύ κρύα μάλλον χουχούλιαζε σε καμιά φωτιά. Όπως όλοι μας δηλαδή!

Η κόρη του Πετρούλια η Ελένη, ανεβαίνει συχνά στον οικισμό για να δει τον πατέρα της. Καμιά φορά και έπειτα από αγώνα μεγάλο, τον καταφέρνει και κατεβαίνει στα χαμηλότερα, στο σπίτι της στη Ζάτουνα. Για λίγο όμως. Δεν αντέχει ο καπετάνιος τη φασαρία. Έχει και τα «πράματα» του που τον περιμένουν πίσω. Παιδιά του και αυτά. Το μικρό του κοπάδι και τα οικόσιτα ζωντανά του.

Καπετάνιε, πως είναι εδώ πάνω η ζωή; Πως τα περνάς; «δεν βλέπεις; αγώνας», και μου έδειξε με καμάρι τα πρόβατα που ήσαν από τα τσοπανόσκυλα κυκλωμένα. Μόνος σου στην ερημιά δεν φοβάσαι; Δίχως ηλεκτρικό, δίχως τα απαραίτητα; «και ποιος ορίζει τα απαραίτητα Άρτε; και τι να το κάνω το ηλεκτρικό; να δω τηλεόραση που βλέπετε όλοι εσείς οι τρελοί στις πόλεις;». «Κοίταξε ένα γύρω τα πράματα ούλα, σε τι τάξη είναι. Βλέπεις τις βελανιδιές; Ξέρεις πως έχουνε ψυχή; Ξέρεις πως έχουνε φωνή και σου μιλάνε;» Εσύ εδώ έρχεσαι για το κυνήγι και φεύγεις πάλι βιαστικός. Τι να προλάβεις

Έχει δίκιο, τι να προλάβω. Κι εγώ κι εσείς και όλοι μας που έχουμε το τρέξιμο πρώτη προτεραιότητα στη ζωή μας. Και πάλι καλά που έχουμε το κυνήγι Και ξεκλέβουμε τάχα από τον πολύτιμο χρόνο μας και βλέπουμε τις ομορφιές της φύσης. Κάτι άνθρωποι όμως σαν τον Πετρούλια δεν βλέπουν την φύση, είναι οι ίδιοι η Φύση. Αναπόσπαστο κομμάτι της που έμαθε να λειτουργεί μέσα στο χώρο. Για τον χρόνο δεν μιλάμε. Δεν έχει ρολόι ο Πετρούλιας και τι να το κάνει άλλωστε.

Είναι αρκετοί οι άνθρωποι στην ελληνική φύση σαν τον Πετρούλια, όχι πολλοί αλλά αρκετοί. Και δεν αντέχουν τον πολιτισμό (δημιούργημα της πόλης), δεν μπορούν τα επίπλαστα, τα φτιασιδωμένα. Μύστες και Ιερείς χαλασμένων ναών, που έχουν την γνώση και ζούνε την κάθε στιγμή δίχως βιασύνες, αναπνέουν αέρα παλιό από τα βουνά φτασμένο.

Δεν μου απάντησες όμως καπετάνιε, δεν φοβάσαι; «τι να φοβηθώ Άρτε, το φύσημα του αγέρα; Τι; Το τραγούδι του νερού; Κοίταξε τις βελανιδιές πως καμαρώνουν, μας ακούνε τώρα και κορδώνονται. Εδώ στην ερημιά και στην αγριάδα του τόπου υπάρχει ζωή έμψυχη. Εσύ δεν μπορείς να την δεις έτσι βιαστικός που μου έρχεσαι κάθε φορά!»

Το μονοπάτι για Δημητσάνα βγαίνει μέχρι το βουρλάγκαδο ή έχει κλείσει; «εδώ σε μένα είναι λίγο δύσκολο όπως ήταν πάντα, παραπέρα όμως πάει όπως πήγαινε και οι πηγές στο Προυσό και στα Καρούτια λειτουργούνε καλά.

Καπετάνιε σε ευχαριστώ για τα τσίπουρα και την κουβέντα. Θα πρέπει να φύγω τώρα. «θα φύγεις χωρίς καφέ;» Εντάξει, να πιούμε τον καφέ και μετά φεύγω. «ωραία, να σου βγάλω εγώ το μπρίκι και τον καφέ με τη ζάχαρη και εσύ θα τα φτιάξεις!» Και βγήκαμε στη παγωνιά να πιούμε τα καφεδάκια μας. Νερό είχαμε από την πηγή όσο θέλαμε.

Ο Νικολάκης ο Πετρούλιας (Σχίζας το πραγματικό του όνομα) κατάγεται από του Σέρβου Αρκαδίας. Αλλά γεννήθηκε, μεγάλωσε και ζει στα Πετρουλαίικα. Τον ευχαριστώ που κάθε φορά που με βλέπει με καλοδέχεται. Φιλόξενος όπως οι πραγματικοί άνθρωποι της Φύσης, ζώντας δεκάδες αιώνες τώρα στη φιλόξενη και άγνωστη αρκαδική γη.


--“Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Τύπος - Κυνήγι του Ελεύθερου Τύπου» την Τετάρτη 11 Μαρτίου 2009”--