Τετάρτη, 28 Ιουλίου 2010

Οι αγριόχοιροι στο απόσκιο …

Οι πηγές μας, δεν είναι απλά ένας προορισμός σε μία περιοχή πανέμορφη και σκεπασμένη από πλατάνια, λεύκες και ιτιές. Είναι πολλά περισσότερα, είναι η ζωή μας η ίδια, η ύπαρξη μας, η αιώνια ανάσα μας, η φωνή της σκοτεινής μήτρας που ξεχύνεται από τα έγκατα της γης.

Η επίσκεψη σε αυτές γίνηκε φυσική λειτουργία, χωρίς προσυνεννοήσεις και ραντεβού, χωρίς ετοιμασίες - πώς να το πω, είναι σαν να πηγαίνεις σπίτι σου να ξεκουραστείς, να χαλαρώσεις από τον βάσανο της καθημερινής τρέλας. Οι πηγές μας, λίγο χαμηλότερα από το «φρύδι» της κορφής, λίγο ψηλότερα από το «όριο» της αλπικής ζώνης. Στην άκρη της μικρής κοιλάδας που έφτιαξε η συνεχής υγρή ροή, δίπλα από ξεχασμένες ξερολιθιές Αρκάδων ποιμένων. Σε μία αρμονία ο χώρος που σου δίνει της αίσθηση της ευτυχίας, της γαλήνης, της μουσικότητας από το θρόισμα των φύλλων στο πλιαγιοκόπιμα του ανέμου.

Ο ήλιος ήταν στο κέντρο του στερεώματος, δυνατός - καταμεσήμερο ήταν και πήγαινα να πλαγιάσω στη σκιά του πλάτανου, στο βουητό του νερού. Ανέβαινα αργά, χωρίς τα διπλά διαφορικά αφού όλες οι χειμωνιάτικες λούτσες είχαν πετρώσει και ήσαν ακίνδυνες. Αμέριμνος, με τα παράθυρα του αυτοκινήτου όλα ανοικτά για να έχω τη δροσιά του βουνού, το ελαφρύ ράπισμα του καθαρού αγέρα – εκεί, φεύγοντας από το τελευταίο «κλειστό πέταλο» πριν από την μικρή κοιλάδα, ένα κοπάδι αγριόχοιρων μου έφραζε τον δρόμο (!).

Είκοσι, τριάντα, σαράντα γουρούνια; Δεν ξέρω πόσα ακριβώς, ξαπλωμένα στο απόσκιο γευόντουσαν τον ίδιο με εμένα δροσερό αγέρα. Ατάραχα, με νωχελικές κινήσεις, σηκώθηκαν. Με κοιτούσαν απορημένα; Με απειλούσαν; Δεν ξέρω. Αργά, δίχως βιασύνες, άρχισαν να απομακρύνονται.

Ήμουν ήδη έξω από το αυτοκίνητο, καθισμένος σε μία μικρή πεζούλα και τα κοιτούσα. Μία μάνα, κοντοστάθηκε αρκετές φορές και με πισωκοιτούσε – μου φάνηκε σαν να ζήταγε καυγά (!). Σηκώθηκα και έκανα δύο βήματα μπροστά – έκανε και αυτή άλλα δύο, μείναμε εκεί, έτοιμοι για την αναμέτρηση σώμα με σώμα (!). Γύρισε πίσω στα παιδιά της και με άφησε με τις απορίες μου. Χάθηκαν αργά μέσα στο πυκνό.

Έπειτα από λίγα λεπτά σταματούσα στις πηγές. Έγειρα να κοιμηθώ στο φρέσκο χορτάρι κάτω από τον πλάτανο. Χωρίς σκέψεις, με άδειο μυαλό. Πέρασε μία ώρα; Μιάμιση; Ποιος νοιάζεται. Σηκώθηκα και πήγα δίπλα στο νερό, νίφτηκα, δροσίστηκα, έσκυψα και έσβησα τη δίψα από τον βαθύ και ατάραχο ύπνο. Έψησα τον καφέ μου στο καμινέτο και ανακούμπησα το ξεκούραστο σώμα μου δίπλα στο νερό, άναψα ένα βαρύ και δεν έδωσα σημασία στο τηλέφωνο που «φώναζε». Ήμουν καλά.

Το τηλέφωνο θα κτύπησε πολλές φορές, ώσπου αποφάσισα να έλθω σε επαφή με την «κοινωνία». Ήταν ο αρχηγός, από το «αντιπρανές», μιλούσε σαν «χαμένος» - δεν θα με πιστέψεις αν σου πω πόσα γουρούνια πέρασαν από μπροστά μου σαν να ήταν σε παρέλαση. Είσαι καλά; Του απάντησα, αφού τις παρελάσεις τις έχουν απαγορέψει για να μην ενοχλούνται οι κοντογείτονες (!). «σου μιλάω για πολλά γουρούνια» συνέχισε ο κάπτεν. Δεν μου λες, τον ρωτάω, μήπως ήθελε καυγά κάποια γουρούνα από το κοπάδι; «θα τρελαθώ σήμερα» μου λέει, πετροβολούσα μία γουρούνα για να φύγει και αυτή με αγριοκοίταζε (!).

Τι να έλεγα του αρχηγού, ότι το κοπάδι έκανε μαθήματα φυσικής αγωγής; «Δοκιμαστικά» για μελλοντικές παρελάσεις; Στις πηγές είμαι, έλα για καφέ να τα πούμε, του είπα και κλείσαμε.

Όταν έφτασε ο αρχηγός, ο καφές τον περίμενε. «δεν μιλάς, σκεφτικό σε βλέπω, τι τρέχει;» με ρωτάει. Σκέφτομαι το κοπάδι που είδα και στη συνέχεια το είδες κι εσύ. Φαντάζεσαι αυτό το μεγάλο κοπάδι οργανωμένο; Με καταστατικά και συνελεύσεις; Με αποφάσεις που θα επηρεάζουν και άλλα κοπάδια; Και την γουρούνα που είδαμε και οι δυό μας να μας αντιμετωπίζει με θάρρος, την φαντάζεσαι αρχηγό της αγέλης; Αυτή είναι γεννημένη για αρχηγός και δεν περιμένει να ψηφιστεί από μία χούφτα κάπρους για να ηγηθεί της ομάδας της.

=========================================
Δημοσιεύτηκε στο ένθετο περιοδικό «Κυνήγι» του Ελεύθερου Τύπου την Τετάρτη 28 Ιουλίου 2010