Παρασκευή 28 Νοεμβρίου 2008

Το ελάφι και ο λαγός!!

Πραγματικά αυτός ο άνθρωπος θέλει μελέτη. Να ‘ χεις δηλαδή χρόνο μπροστά σου ελεύθερο και να παρατηρείς τις κινήσεις του στο βουνό, τη συμπεριφορά του στο κυνήγι, τις συγχρονισμένες κινήσεις ματιού και αυτιού, τη γερακίσια φωνή του, τα παθήματα του από τον λαγό!. Σε κάθε κυνήγι κάτι θα συμβεί με τη χάρη του. Το ξέρουμε, και κάθε φορά περιμένουμε το καινούριο που θα ακούσουμε. Τις συνήθειες του τις μάθαμε καλά στα τόσα χρόνια που είμαστε παρέα στο βουνό. Και τις θεωρούμε παγιωμένη κατάσταση. Ξέρουμε ότι θα κοιμηθεί όπου ανταμώσει πουρνάρι βαθύσκιο. Τον είδαμε τις άλλες να τον τυλίγει ο μορφέας ξαπλωμένο πάνω σε χορτάρι δροσερό, τότε που ο λαγός τον πέρασε για βράχο και τον πάτησε στο λαιμό. Τώρα πάλι τι ήταν τούτο;
Στο χώρο συγκέντρωσης, εκεί που ψήνουμε τους καφέδες μας και προσπαθούμε μάταια να ορίσουμε τη ζωή, πριν φτάσει το ξημέρωμα, την τελευταία φορά κάναμε καθαρισμό χώρου. Όπως στο στρατό ας πούμε. Με τη διαφορά ότι δεν κάνουμε αγγαρεία και δεν έχουμε τον φόβο της αναφοράς από τον επιλοχία του λόγου ή τον δεκανέα υπηρεσίας. Καθαρισμό χώρου διότι όλο και κάτι θα ξεφύγει από την αμέλεια του «σκληρού Σ»!
Εκεί λοιπόν, και λίγο πριν αρχίσουμε να διαλυόμαστε για τις ιχνηλασίες, πετάχτηκε ο άτιμος ο λαγός από το θάμνο. Φαίνεται, για πολλή ώρα ήταν εκεί και άκουγε τις ιστορίες μας. Πετάχτηκε και έφερε τα πάνω κάτω. Τις καραμπίνες τις είχαμε στις θήκες τους. Όλα έγιναν σε δευτερόλεπτα χωρίς να προλάβουμε να αντιδράσουμε. Μόνο ένας από εμάς, με τη σβελτάδα ελαφιού!, ξεχύθηκε πίσω από τον λαγό. Μείναμε ακούνητοι στον αγώνα δρόμου του τρομαγμένου από τις ιστορίες λαγού και του «φτερωτού κυνηγού» που εξελίσσονταν μπροστά μας με ταχύτητα φωτός!.
Βλέποντας τον «Ερμή» να κινείται στο δάσος σαν άνεμος πίσω από τον ωτακουστή λαγό, ήμασταν σίγουροι για το αποτέλεσμα και ο νούς μας τράβηξε στο βραδινό τσιμπούσι με λαγό κοκκινιστό!. Τις πονηρές και αμαρτωλές σκέψεις τις διέκοψε ένα βαθύ «ωχ!!» που ακούστηκε από το πυκνό. Τρέξαμε όλοι μαζί να δούμε, να δώσουμε απάντηση στην απορία μας: το ωχ!! το έκανε ο λαγός ή ο ντοπαρισμένος καπετάνιος μας;
Και φτάσαμε στον τόπο της δυστυχίας!, και είδαμε κατάχαμα τον «λαγοπάτη» να κρατά από τους πόνους τη μύτη του. Το κλαδί που βρέθηκε στο δρόμο του, σαν να σηκώθηκε ξαφνικά και βρέθηκε ο «τρόμος του δάσους» με τη μύτη χτυπημένη άσχημα.
Ανησυχήσαμε! Καπετάνιο είσαι καλά; Πονάς πολύ; Να σε πάμε στο νοσοκομείο; Μήπως ζαλίζεσαι; Πολλές ερωτήσεις από την τρομάρα μας για τον «Κεντέρη» της παρέας μας.
Το θηρίο σηκώθηκε με ένα σάλτο και είδαμε καλύτερα τη ματωμένη μύτη του, σμπαραλιασμένη και μεταλλαγμένη. Η σκληρή ματιά του πάγωσε το αίμα μας, σαν την κόμπρα που είναι έτοιμη για επίθεση. Σωπάσαμε……. Μαζί με εμάς και η ζωή στο δάσος. Στιγμές ήσαν αλλά φάνηκαν αιώνας. Αυτό το βλέμμα… μόνο κραυγές δεν έβγαζε. Αν προλάβαινε να το δεί και ο λαγός, θα πάγωνε κι αυτός όπως η πλάση όλη. Δεν το αντίκρισε όμως…….
Χωριστήκαμε για τις ιχνηλασίες σε λίγο ως συνήθως. Όταν απομακρυνθήκαμε από το «δολοφονικό βλέμμα και τη σημαδεμένη μύτη», σαν να ακούστηκαν από διαφορετικά σημεία γέλια, δυνατά γέλια. Από πού προέρχονταν; Από τα στοιχειά του δάσους;
------------------------------------------------------------------------

Δημοσιεύθηκε στο ένθετο περιοδικό «Τύπος – Κυνήγι» του Ελεύθερου Τύπου την Τετάρτη 26 Νοεμβρίου 2008

Παρουσίαση Ομάδας αγριόχοιρων από την Αρκαδία

Μας μίλησε ο Άγγελος Καραμπίκας, εκπροσωπώντας την ομάδα του που κυνηγά αγριογούρουνα στην Γορτυνία της Αρκαδίας

Γιατί κυνηγάτε στην Αρκαδία και όχι σε κάποιο άλλο σημείο της Ελλάδας;
Η καταγωγή μερικών μελών της ομάδας μας είναι από την Αρκαδία (ορεινή Γορτυνία) και την γειτονική περιοχή της Ηλείας, αλλά και από περιοχές της ελληνικής επικράτειας όπως η Άρτα, αλλά και Αθήνα κτλ. Μας έχει βολέψει η Αρκαδία αν και οι πουρναρότοποι είναι δύσκολοι χώροι για το κυνήγι του αγριόχοιρου. Τη συνηθίσαμε την περιοχή, την μάθαμε καλά, την αγαπήσαμε. Είναι πανέμορφη. Μάθαμε όμως και τους ανθρώπους της, ο σπουδαιότερος παράγοντας που έπαιξε ρόλο για να την επιλέξουμε σαν μόνιμο τόπο των κυνηγετικών μας εξορμήσεων.
Οι περσινές πυρκαγιές και καταστροφές και στον Νομό Αρκαδίας, επηρέασαν το κυνήγι του αγριόχοιρου στην περιοχή που κυνηγάτε;
Όχι μόνο το επηρέασαν, θα ‘λεγα ότι το καθόρισαν σε μεγάλο βαθμό. Η περσινή πύρινη καταστροφή που ήλθε και στο σπίτι μας, η αγωνία μας για τις περιουσίες μας, η εμπλοκή μας στην κατάσβεση, το δέσιμο με συνανθρώπους μας στις δύσκολες ώρες, το πρόσωπο του θανάτου που στάθηκε αντίκρυ μας για πολλές ημέρες, αλλά και πολλά ακόμα, μας έκαναν πιστεύω να σκεφτούμε λίγο διαφορετικά, να δούμε με άλλη ματιά τη θεώρηση των πραγμάτων. Η κοιλάδα του Αλφειού επλήγη θανάσιμα. Τόσο η χλωρίδα αλλά και η πανίδα στην περιοχή αυτή - το ίδιο και η περιοχή της Μεγαλόπολης. δέχτηκαν ισχυρό πλήγμα. Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα την αλλαγή συνήθειας του αγριόχοιρου και εξαφάνιση πληθυσμών του από την περιοχή. Πολλές ομάδες που κυνηγούσαν στην Ηλεία, από τις ολοκληρωτικές καταστροφές του νομού, στράφηκαν και προς την Αρκαδία, αναζητώντας ζωτικό χώρο για να κινηθούν. Η φετινή χρονιά κατ’ επέκταση διαγράφεται σαν η δυσκολότερη για το συγκεκριμένο κυνήγι.
Στην περιοχή που κυνηγάτε έμαθα, ότι η τοπική κοινωνία και ο Δήμος επιδιώκουν να κλείσουν ένα φαράγγι από τους κυνηγούς γιατί το χρειάζονται για Περιβαλλοντική εκπαίδευση μαθητών. Εσείς σαν κυνηγοί συμφωνείτε με την θέληση της τοπικής κοινωνίας;
Μέλη της τοπικής κοινωνίας είμαστε κι εμείς. Άσχετα, αν μερικοί από εμάς έλκουν την καταγωγή τους από άλλες γεωγραφικές περιοχές της Ελλάδας. Βεβαίως και συμφωνούμε με τέτοιες αποφάσεις, που σκοπό έχουν να δείξουν στα παιδιά την όμορφη φύση μας. Ακόμα όμως και για εμάς τους κυνηγούς είναι καλή μια τέτοια απόφαση. Δημιουργείται ένα καταφύγιο κοντά μας που απρόσκοπτα η πανίδα θα αναπαραχθεί. Και το όφελος θα είναι και δικό μας στο μέλλον. Δεδομένου μάλιστα ότι ο αγριόχοιρος στην περιοχή μας έχει ελαττωθεί κατά πολύ σε σχέση με τα προηγούμενα χρόνια. Και απορούμε πραγματικά με σχετική απόφαση του Δασαρχείου Βυτίνας – που επικαλείται μάλιστα και τις «σύμφωνες γνώμες κυνηγετικών οργανώσεων» και αντιτίθεται στην απόφαση αυτή. Αν σκεφτούν το Δασαρχείο Βυτίνας αλλά και άλλοι εμπλεκόμενοι Φορείς πιο «ψύχραιμα», θα δικαιώσουν πιστεύουμε και το σπουδαίο έργο που επιτελούν και που πρέπει να εναρμονίζεται πάντοτε με το «κοινό καλό». Το Περιβάλλον οφείλουμε όλοι μας να το προστατεύσουμε με κάθε τρόπο. Και εμείς οι κυνηγοί πρώτοι, ας σταθούμε επικουρικά σε τέτοιες προσπάθειες.
Ποιες είναι οι σχέσεις σας με γειτονικές ομάδες; Έχετε προβλήματα μεταξύ σας;
Όταν ξεκίνησε στην Πελοπόννησο το κυνήγι του αγριόχοιρου, γέμισε και η περιοχή μας όπως ήταν φυσικό από κυνηγούς – που ερχόντουσαν μάλιστα απ’ όλα τα σημεία της Ελλάδας. Όπως ασφαλώς θα γνωρίζετε, η κάθε ομάδα, χρειάζεται αρκετά μεγάλο χώρο για να αναπτυχθεί και να κυνηγήσει με ασφάλεια τον αγριόχοιρο. Αποτέλεσμα του «συνωστισμού» που δημιουργήθηκε και που προήλθε κατά κανόνα από πολύ μεγάλες ομάδες των 30, 40, ακόμα και 50 ατόμων, ήταν οι εντάσεις για τον «τόπο». Συν τω χρόνο όμως ομαλοποιήθηκαν τα πράγματα, η κάθε ομάδα από τις «μεγάλες» μίκρυνε σε αριθμό και μαζί με τις υπόλοιπες «βρήκαν» και ένα χώρο που τους ταίριαζε καλύτερα και η εκτόνωση της αρχικής πίεσης, έδωσε τη θέση της στην ανοχή και στη συνέχεια στις καλές σχέσεις, που όλοι μας τις έχουμε ανάγκη. Σήμερα λοιπόν, πιστεύουμε πως οι σχέσεις μας με ομάδες που κυνηγάνε «δίπλα μας», είναι ιδιαίτερα φιλικές. Και συνεργαζόμαστε με άλλες ομάδες και σε προβλήματα που προκύπτουν όπως εξαφανίσεις σκυλιών κτλ. Πάντα όμως αν και σε αραιά διαστήματα, θα προκύπτουν κάποια μικροπροβλήματα με κάποια νέα στην περιοχή ομάδα, που θα αναζητά χώρο για να κυνηγήσει. Με την καλή θέληση όλων των πλευρών τα προβλήματα λύνονται για να ευχαριστηθούμε το κυνήγι.
Συνήθως η ομάδα σας τι όπλα χρησιμοποιεί στην πλειοψηφία της;
Σήμερα χρησιμοποιούμε κατά κόρον καραμπίνες. Η διαφορά του ενός φυσιγγίου από το δίκαννο, στα καρτέρια παίζει σημαντικό ρόλο. Και οι καταλληλότερες καραμπίνες που χρησιμοποιεί η ομάδα μας για το συγκεκριμένο κυνήγι - αφού περάσαμε από πολλές και καλές μάρκες, είναι οι Winchester, Benelli, Browning. Μόνο ένα μέλος μας επιμένει να χρησιμοποιεί ένα Baikal μονόκανο ακόμα!. Αυτός όμως είναι ολίγον τι εκκεντρικός!!. Και προσπαθεί να μας πείσει ότι στο «τίμιο κυνήγι» δίνουμε μία ευκαιρία σε εμάς και μία στο αγριογούρουνο.
Ποια πιστεύεται πως είναι τα ιδανικά φυσίγγια για το κυνήγι του αγριόχοιρου;
Για πολλά χρόνια χρησιμοποιούσαμε ως επί το πλείστον ενιάβολα, οκτάβολα κτλ. Αραιά και πού κανένα μονόβολο. Σιγά αλλά σταθερά όμως όλο και περισσότερο αρχίσαμε τα μονόβολα. Αφορμή στάθηκε πριν λίγα χρόνια ο τραυματισμός κάπρου από μπίλιες και η απώλεια του στο δάσος. Σήμερα, σε σπάνιες περιπτώσεις χρησιμοποιούμε «μπίλιες» στα καρτέρια.
Μιλήστε μας για τα σκυλιά σας. Τα «φτιάχνετε» μόνοι σας; Τα αγοράζετε; Και αν ναι, από πού; Από χώρες της Βαλκανικής; Από αλλού;
Σήμερα τα σκυλιά που έχουμε, τα φτιάξαμε μόνοι μας. Και τα «εκπαιδευτικά» κυνήγια βοηθούν στον μέγιστο βαθμό για να εκπαιδεύσεις ένα σκυλί. Έχουμε αγοράσει σκυλιά και από χώρες της Βαλκανικής, και δεν μείναμε ευχαριστημένοι από τις αποδόσεις τους. Πιστεύουμε ότι σημαντικό ρόλο εδώ παίζει ο χώρος που έχει μάθει να κυνηγά κάθε σκύλος. Και τα σκυλιά από τις χώρες της Βαλκανικής έχουν μάθει να κυνηγούν σε διαφορετικούς τόπους, ανοιχτούς και όχι τόσο πυκνούς σαν τους δικούς μας. Κατά περιόδους που θα αγοράσουμε σκύλο, φροντίζουμε να τον δοκιμάσουμε πρώτα και προτιμάμε την ντόπια αγορά.
Τι σας προσφέρει το κυνήγι του αγριογούρουνου; Γιατί το επιλέξατε; Μιλήστε μας για την ομάδα σας.
Ξέρετε, οι περισσότεροι από εμάς, ήμασταν στη πλειοψηφία «λαγάδες». Βλέποντας τον αγριόχοιρο για πρώτη φορά στο δάσος, «τρομάξαμε!!» από το μέγεθος, εντυπωσιαστήκαμε από την ταχύτητά του, μας άφησε άναυδους η εξυπνάδα του. «Βαδίσαμε στο άγνωστο γι’ εμάς κυνήγι» και μας συνάρπασε . Αποφασίσαμε να οργανωθούμε, αποτυπώσαμε μάλιστα τον τρόπο που κυνηγούσαν έμπειροι «γουρουνάδες» από Ήπειρο, Μακεδονία κτλ. Να πούμε ότι οι συγκινήσεις που προσφέρει το συγκεκριμένο κυνήγι, δεν συγκρίνονται σε καμία περίπτωση με εκείνες του λαγού. Η όλη διαδικασία που ξεκινά από τις ιχνηλασίες, συνεχίζεται με το «κόψιμο» και οργανώνεται με τα καρτέρια στις κατάλληλες θέσεις και στα πιθανά περάσματα και φυσικά όλα αυτά με την καθοδήγηση της παγάνας για το τελικό αποτέλεσμα, μας δημιουργεί συναισθήματα που ποικίλουν από λεπτό προς λεπτό. Το κυνήγι που βρίσκεται σε «εξέλιξη» μας ανεβάζει την αδρεναλίνη, ειδικότερα τις στιγμές που ακούμε τα σκυλιά μας να πηγαίνουν στο «ντορό» και να «κλαφουνάνε» ή να «βαράνε στάμπα». Γι’ όλους εμάς που τα τελευταία χρόνια ασχολούμαστε αποκλειστικά με τον αγριόχοιρο, τον σημαντικότερο ρόλο παίζει η «ομάδα». Μάθαμε και λειτουργούμε μέσα από αυτήν με όλα τα αρνητικά και θετικά της στοιχεία. Όλοι μας πριν φτάσουμε να «δέσουμε» σαν ομάδα, κυνηγούσαμε για πολλά χρόνια με άλλες ομάδες. Πιστεύουμε σήμερα, και έπειτα από τις χρόνιες περιπλανήσεις μας πως έχουμε φτιάξει πολύ καλή ομάδα. Είμαστε άνθρωποι που γνωριζόμαστε πολύ καλά μεταξύ μας και το σημαντικότερο όλων, είμαστε φίλοι. Ο κορμός της ομάδας μας ήταν για αρκετά χρόνια ο ίδιος, και στη διάρκεια προστέθηκαν στην παρέα μας και άλλοι φίλοι, ενώ παράλληλα κάποιους άλλους τους αφήσαμε απ’ έξω. Δυστυχώς ή ευτυχώς, στο κυνήγι αυτό η ομάδα οφείλει να είναι απόλυτα συντονισμένη σε όλες της τις εκφάνσεις. Πιστεύουμε πως αυτό το έχουμε κατορθώσει στον μέγιστο βαθμό. Γι’ όλους εμάς της παρέας μας, ο βασικός σκοπός είναι να χαρούμε τη φύση, και στη συνέχεια να κατορθώσουμε να καρπωθούμε τα «άγρια».
Την ομάδα μας την αποτελούν ο Γιώργος Φλέσσας από το Βασιλάκι Ηλείας με την παρέα του και τον «παππού» Λέντζο, ο Άγγελος Καραμπίκας με την παρέα του από την Άρτα, τα παιδιά από τη Βρύνα Κώστας Σπήλιος και «θείος» Μέμος, και ο Κώστας Ντάβος με τους Γορτύνιους Σούλα και τον εκκεντρικό τύπο με το μονόκανο!! Ευχαριστούμε το περιοδικό σας που πήρε την πρωτοβουλία αυτή, να παρουσιάσει κυνηγετικές ομάδες αγριογούρουνων από την Ελλάδα. Και είναι ιδιαίτερη τιμή για εμάς που «ανοίξαμε» πρώτοι την παρουσίαση αυτή για έναν λόγο σπουδαιότερο: την ποιότητα που προσφέρετε στους αναγνώστες σας και στους κυνηγούς μέσα από τις σελίδες σας
.-------------------------------------------------------------------------
Δημοσιεύτηκε στο ένθετο περιοδικό «Τύπος – Κυνήγι» του Ελεύθερου Τύπου την Τετάρτη 26 Νοεμβρίου

Πέμπτη 13 Νοεμβρίου 2008

Το αιώνιο κυνήγι...

Ο πατέρας της καλής μου ήταν λαγοκυνηγός. Από τους καλούς φαντάζομαι σύμφωνα με τις διηγήσεις της κόρης του. Και την έπαιρνε πολλές φορές μαζί του στο κυνήγι για παρέα. Και πήγαινε με χαρά η μικρή τότε στο δάσος και έμαθε να το αγαπά.
Αλλά ο πατέρας της είχε και σπίτι εξοχικό κοντά στη θάλασσα, ανάμεσα σε Κακιά Σκάλα και Λουτράκι. «Στα μέρη δηλαδή που δρούσε ο εγκληματίας Σκίρωνας την εποχή του Θησέα. «Την ιστορική εποχή δηλαδή που οι άρχοντες καθάριζαν τους κακούς μόνοι τους και λογαριασμό δεν έδιναν σε κανένα, μήτε στους θεούς». Και η μικρή γοργόνα έμαθε και τα μυστικά του ψαρέματος, δίκτυα, παραγάδια, κάπου - κάπου και κανένα πυροφάνι (αυτό δεν απαγορεύεται;) και φυσικά πετονιά. Όταν δε μεγάλωσε αρκετά, ακολούθησε αποκλειστικά την τέχνη του ψαρέματος, της πήγαινε καλύτερα κατά πως έλεγε.
Και τα καλοκαίρια να ‘σου τα δίκτυα και η καλή οργάνωση που έφερνε θαρρώ αποτελέσματα. Κάπως έτσι πιάστηκα μια φορά στα δίκτυα της και εκεί που νόμιζε πως έπιασε πελαγίσια τσιπούρα, αντίκρισε το ροφό μπροστά της μπλεγμένο άσχημα και απορημένο.
«Ο ροφός είναι το καλύτερο ψάρι των ελληνικών θαλασσών», μου πέταξε, τη στιγμή ακριβώς που ήλθε κολυμπώντας κοντά μου για να με σώσει!!. «Κι εγώ νόμιζα πως ήταν η ζαργάνα», της ανταπάντησα ευτυχής την ώρα που πιασμένος από την ουρά της τράβηξα στην ασφάλεια της παραλίας.
Ωραία είναι η παραλία, ακόμα και για ψάρεμα!. Αλλά και οι όχθες ενός ποταμού με τις πετονιές απλωμένες αναμένοντας την άγρια πέστροφα, δεν είναι καθόλου άσχημες για εμάς, τα παιδιά των βουνών.
Έχω ένα φίλο από την Καλαμπάκα που ψαρεύει στον Ασπροπόταμο με καλάμι και με υπομονή μεγάλη. Και όσο αργούν οι πέστροφες να βγούν, τόσο η φωνή του φοβίζει τα πλάσματα της φύσης. Απειλώντας θεούς και δαίμονες καταφέρνει στο τέλος και γεμίζει το σακούλι του. Ένας άλλος όμως ψαράς του βουνού, στην ίδια περιοχή κάνει ψαροντούφεκο στο ποτάμι!!. Παράλογο ακούγεται, όταν όμως αντίκρισα την εικόνα του ψαροντουφεκά με όλες τους τις αρματωσιές, τρόμαξα.
Η καλή μου όμως δεν κάνει τέτοια στραβά, είναι της νομιμότητας. Και το μεγαλύτερο έπαθλο γι’ αυτήν είναι μερικοί σαργοί. Στα «άλλα ψαρέματα» είναι οι ροφοί, οι βασιλιάδες της θάλασσας. Όπως καλή ώρα ο βασιλιάς του δάσους είναι ο κάπρος.
Όταν έχει φουρτούνα η θάλασσα η καλή μου τρώγεται με τα ρούχα της, παθαίνει «στερητικό σύνδρομο» και αντί να ρίξει το καλάμι, το καβαλάει!. Τέτοια ζοχάδα έχει. Και τις φταίνε όλα, η άτιμη η κοινωνία, και κυρίως εγώ που δεν την σκέφτομαι και δεν την νοιάζομαι όπως αυτή εμένα!. Ο καλός ο ψαράς όμως στα δύσκολα φαίνεται, πως κάνει ζάφτι τις καιρικές συνθήκες, πως καταλαγιάζει τις μπόρες της ανασφάλειας.
Βουνίσιος είμαι και δεν κατέχω από τρικυμίες. Τον παγωμένο βοριά τον ξέρω καλά όμως, τον ξέφρενο άνεμο επίσης. Και πάντα έχω τις λύσεις έτοιμες. Αντίθετα η καλή μου περιμένει τη μπουνάτσα για να έλθει στα «ίσα» της.
Καιρό πολύ με «ψήνει» η καλή μου να την πάρω μαζί στο κυνήγι του κάπρου. Δεν της το αρνούμαι αλλά το αναβάλλω. Σκέφτομαι τα «χειρότερα». Να βρίσκομαι δηλαδή στο καρτέρι για τον κάπρο ώρες πολλές παρέα με την πετροπέρδικα.

Δευτέρα 13 Οκτωβρίου 2008

Το βουνό θέλει ... whisky

Η νέα κυνηγετική περίοδος είναι πάλι εδώ!.Άρχισε με βροχές και κρύο ασυνήθιστο για την εποχή. «Από Μάρτη καλοκαίρι και από Αύγουστο χειμώνα» που έλεγαν και οι παππούδες μας, ζώντας προφανώς και στις εποχές τους ανάλογους καιρούς σαν τον δικό μας..
Τα σκυλιά μας είναι «έτοιμα». Στα εκπαιδευτικά που προηγήθηκαν έδειξαν την μεγάλη τους αξία. Όπως συνήθως άλλωστε. Στην εκπαίδευση πρώτα - και στο «δια ταύτα» τελευταία!!. Κάποια φορά θα καταφέρουμε να εξηγήσουμε και το μυστήριο τούτο!, μέχρι τότε όμως έχουμε να χύσουμε πολύ ιδρώτα - ιδίως η παγάνα που όταν δεν κοιμάται στα βαθύσκια πουρνάρια, «ματώνει» προς χάριν της αποστολής.
Οι ομάδες αντάμωσαν και πάλι σε πλήρη σύνθεση. Τη φορά ετούτη σίγουρες για το καλό αποτέλεσμα. Όχι όπως τις προηγούμενες φορές που «κάτι στράβωνε και ο κάπρος κούναγε μαντήλι στα καρτέρια». Τώρα και να φύγει από τα καρτέρια, θα σκοντάψει στα σκουπίδια που αφήνουμε στο βουνό και είναι πάρα πολλά. Τι πλαστικές σακούλες, τι ποτήρια πλαστικά, τι αλουμινόχαρτα από κρουασάν, τι κουτάκια από μπύρες, ακόμα και άδεια μπουκάλια από whisky malt. Ναι, «το βουνό θέλει whisky, και αν δεν είναι malt ας είναι τουλάχιστον bourbon». Δεν μιλάμε καθόλου για τους άδειους κάλυκες που μετριούνται σε χιλιάδες τόνους αν συγκεντρωθούν κάποια φορά. Άλλη πικρή ιστορία οι άδειοι κάλυκες που κάνουν το βουνό και γυαλίζει στις αντανακλάσεις του ήλιου.

Από μερικούς κυνηγούς απουσιάζει εντελώς η οικολογική συνείδηση. Λίγοι είναι, ικανοί όμως να βρωμίσουν το δάσος στο πέρασμά τους. Και χρόνο με το χρόνο, τα σκουπίδια πολλαπλασιάζονται και πνίγουν τις ρεματιές, το οξυγόνο μας. Κατά τη γνώμη μου δεν διαφέρουν σε τίποτα από τους λαθροθήρες. Κοινό γνώρισμα και των δυό κατηγοριών είναι οι «κυνηγετικές άδειες» που έχουν και τους κατατάσσουμε στην οικογένεια των κυνηγών.

Οι λαθροθήρες και οι βρωμίζοντες το δάσος «κυνηγοί», είναι φίλοι μας, γνωστοί μας, συγχωριανοί μας. Μας προκαλούν με τις πράξεις τους και την αδιαφορία τους. Τους ξέρουμε καλά. Ας τους μιλήσουμε, ας τσακωθούμε μαζί τους εν ανάγκη. Αρκεί να φέρουμε το επιθυμητό αποτέλεσμα. Ας τους απομονώσουμε εν τέλει. Λερώνουν και το δικό μας όνομα, μας εκθέτουν δίχως να φταίμε. Ας τους καταγγείλουμε. Ας γίνουμε εμείς «οι ρουφιάνοι και οι κακοί».

«Ευτυχώς όμως που έχουμε και την Θηροφυλακή και ελέγχει συνέχεια τους κυνηγούς». Τόσα χρόνια στα βουνά δεν έτυχε να την δώ ποτέ μου, ακούω και διαβάζω όμως για τα σπουδαία κατορθώματα της κατά περιόδους. Πιάστηκε ένας λαθροθήρας στη Μεγαλόπολη, ένας άλλος στον Έβρο, ένας τρίτος κάπου στο Βόλο. Διαβάζω επίσης για το σπουδαίο έργο που επιτελεί, μόνο που δεν το βλέπω, δεν το ξέρω. Για το έργο της Θηροφυλακής μιλάνε και οι Ομοσπονδίες. Τώρα τελευταία μιλάει και το Σωματείο που έκαναν οι Θηροφύλακες. Όλοι τους αγωνίζονται για την προστασία του δάσους, για το καλό μας δηλαδή….

Καλή είναι η γκρίνια και αν αρχίσει κανείς δεν σταματά εύκολα. Όμως δεν φαίνεται φώς στον ορίζοντα που θα διορθώσει τα πράγματα. Μαζί με τα «άσχημα» όμως αντάμα έχουμε και τα «καλά». Εκείνα δηλαδή τα λίγα που μας κάνουν και νιώθουμε όμορφα όταν βρισκόμαστε στο δάσος. Τα απλά πράγματα που μας γεμίζουν χαρά, όταν ψήσουμε το ξημέρωμα τον καφέ μας στα ξύλα, όταν χάσουμε το «άγριο» και δεχτούμε τα «πυρά» της ομάδας μας, όταν μουσκέψουμε στο πυκνό ή στις ιχνηλασίες αναζητώντας ένα ελάχιστο πάτημα του κάπρου, όταν η κούραση μας βαραίνει τα πόδια, όταν γευόμαστε τον κόπο μας.

Η περιπέτεια, το αναπάντεχο, το μη δεδομένο, η απόλυτη σιωπή στο καρτέρι, το παγωμένο ρεύμα της ρεματιάς, το αγνάντι από τα διάσελα και τις κορφές, ο ξάστερος ουρανός, μα και τόσα ακόμα, όλα μαζί κι ένα – ένα χώρια, μας κάνουν ανθρώπους. Που δεν ξεχάσαμε τη φύση μας, την προέλευσή μας.

Μόνο στο δάσος γινόμαστε κοινωνοί του επέκεινα. Πέρα από την αιωνιότητα ίσως διακρίνουμε τον μικρόκοσμό μας και σκεφτούμε με τη λογική και όχι με το συναίσθημα.

Δευτέρα 22 Σεπτεμβρίου 2008

Άγραφοι Νόμοι...

Όταν ο Πλάτωνας και ο Αριστοτέλης μιλούσαν για Πολιτείες και Νόμους, για τέλεια πολιτικά συστήματα και άλλα τέτοια ωραία και σπουδαία, κατά νού είχαν την ανάπτυξη των πόλεων όπου η δημοκρατία θα μπορούσε να λειτουργήσει. Πόλεις όμως μικρές, ανθρώπινες. Αλλά η κληρονομιά τους μας έδωσε πόλεις τέρατα, αυτές δηλαδή που βλέπουμε σήμερα και ζούμε σε αυτές. Αυτή η τερατογέννηση, η αστυφιλία, διέλυσε τη ζωή στην ύπαιθρο, ερήμωσε τα χωριά, άφησε τα χωράφια χέρσα.

Η πραγματική ζωή όμως βρίσκεται ακόμα εκεί, στους έρημους τόπους που με χίλιες δυσκολίες προσπαθούν οι εναπομείναντες λιγοστοί αγρότες να συνεχίσουν να δουλεύουν τη γη, να οργώνουν το χώμα, να κλαδεύουν το αμπέλι, να κυνηγούν.

Το κυνήγι είναι συνυφασμένο με την ανθρώπινη ύπαρξη. Έχει γεννηθεί μαζί με τον άνθρωπο, από τότε δηλαδή που οι παλιοί μας πρόγονοι «αμάρτησαν» και διώχτηκαν από τον «παράδεισο». Τόσο παλιό και ακόμα πιο πίσω!.

Ο άνθρωπος της πόλης δεν μπορεί να κατανοήσει το κυνήγι. Για έναν απλούστατο λόγο, δεν γνωρίζει ποια είναι η φύση. Και όσα ξέρει γι’ αυτήν τα έμαθε μέσα από τα βιβλία, την τηλεόραση, ένα αγχωμένο σαββατοκύριακο σε χειμερινά κέντρα. Και οι οικολόγοι που την «ξέρουν» καλά, ότι μάθουν σε ένα σαββατοκύριακο «περιπέτειας και αδρεναλίνης» οργανωμένης πολλές φορές από εναλλακτικές εταιρείες.

«Οι οικολόγοι ζουν στις πόλεις και οι κυνηγοί ζουν στην ύπαιθρο», άκουσα από φίλο αγρότη που διαμαρτυρήθηκε σε συζήτησή μας για τις λανθασμένες ενέργειες των οικολόγων να αφήνουν κατά καιρούς στο δάσος φίδια, λύκους κτλ. εμπλουτίζοντας τάχα την πανίδα και αγνοώντας τα προβλήματα που θα επιφέρουν τέτοιες ανόητες και απερίσκεπτες ενέργειες που γίνονται κατά κανόνα δίχως μελέτη.

Οι κυνηγοί στην Ελλάδα στην πλειοψηφία τους είναι από την ύπαιθρο ή κατάγονται από κάποιο χωριό. Οι καταβολές τους δηλαδή δεν είναι αστικές και ας ζουν αρκετοί σε πόλεις. Θα ‘λεγε κανείς για δυό κόσμους διαφορετικούς που αντιμάχονται για το σωστό. Ο καθένας από τη σκοπιά του. Γιατί το σωστό, η αλήθεια, είναι έννοιες καθαρά υποκειμενικές.

Το κυνήγι για τον αγρότη είναι μία φυσική λειτουργία, όπως το πρωινό ξύπνημα, ο σκάρος με τα «πράματα», το θέρισμα του καλαμποκιού, και τόσες άλλες. Είναι στη ζωή του, στην καθημερινότητά του. Λειτουργία που συμπληρώνει τη δύσκολη ζωή του. Δεν μπορείς να του την στερήσεις.

Για τον οικολόγο, το κυνήγι είναι έγκλημα. Πυροβόλα όπλα και σκυλιά εναντίον του ανυπεράσπιστου θηράματος. Και πολλά τέτοια μεγάλα και πομπώδη που δείχνουν άγνοια για τους νόμους που διέπουν τη φύση. Και πέρα από τους νόμους της οργανωμένης ζωής μας, υπάρχουν και οι άλλοι νόμοι, οι «άγραφοι», αυτοί που έρχονται από τα βάθη των αιώνων, εναρμονισμένοι απόλυτα με τους φυσικούς νόμους. Και είναι πολύ δυνατοί και ετούτοι οι νόμοι.

Στην ουσία, η αντιπαράθεση ανάμεσα σε οικολόγους και κυνηγούς, δεν έχει να κάνει με το ποιος αγαπά πιότερο τη φύση, ποιος την προστατεύει από τις κακοτοπιές. Έχει να κάνει – κατά τη γνώμη μου, με το ποιος από τους δύο θα ‘χει το πάνω χέρι στον έλεγχο. Ποιος θα γίνει ο «μπόσης» και ποιος ο «παρακατιανός». Λες και η φύση αποζητά κουμανταδόρους και προστάτες.

Το βουνό, το δάσος, οι ποταμιές και τα λαγκάδια, πρέπει να είναι ελεύθερα για όλους του έλληνες πολίτες και όλες τις εποχές του χρόνου. Είτε αυτοί θέλουν να κυνηγήσουν, είτε να περπατήσουν σε παλιά μονοπάτια. Για να γίνει όμως αυτό, για να χαίρονται όλοι εξ’ ίσου τις χαρές της φύσης, ας καθίσουν οι «αιώνιοι εχθροί - οικολόγοι και κυνηγοί» σε ένα τραπέζι και με την απαραίτητη γνώμη της κάθε τοπικής κοινωνίας ας αποφασίσουν που θέλουν ζώνες προστατευμένες από το κυνήγι και που ελεύθερες περιοχές. Γιατί κακά τα ψέματα, σε κοινωνίες πολιτισμένες – όπως θέλουμε να λέμε και για την δική μας, τον πρώτο λόγο τον έχουν οι τοπικές κοινωνίες και αυτές αποφασίζουν τι είναι καλό και συμφέρον για τον τόπο τους. Αν τον πρώτο λόγο τον έχουν οι οικολογικές οργανώσεις και οι κυνηγετικές ομοσπονδίες, η δημοκρατία μας χωλαίνει…

Πάντοτε οι λύσεις υπάρχουν δίπλα μας και τις προσπερνάμε. Επειδή συνήθως προτάσσουμε το «εγώ» και όχι το «εμείς». Στην δική μας περίπτωση το πρόβλημα είναι πιο σύνθετο διότι μετέχουν σε αυτό και τρίτοι εξωθεσμικοί παράγοντες. Το δάσος όμως μας χωρά όλους, «καλούς και κακούς».

Σάββατο 23 Αυγούστου 2008

Δελτίο Τύπου από την Ένωση Θηροφυλάκων

ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΑ ΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑ ΘΗΡΟΦΥΛΑΚΩΝ
ΚΥΝΗΓΕΤΙΚΩΝ ΟΡΓΑΝΩΣΕΩΝ
Αριστοτέλους 32 (κτίριο Ε.Κ.Θ. 4ος όροφος, γραφείο 6)
Τ.Κ. 546 31 ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ.
Fax: 2310 757 086 - Ε-mail: Pothko@yahoo.gr

Θεσσαλονίκη 19-8-2008
Αριθ. πρωτ.: 60


ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ – ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ

ΕΝ ΟΨΕΙ ΤΗΣ ΕΝΑΡΞΗΣ ΤΗΣ ΚΥΝΗΓΕΤΙΚΗΣ ΠΕΡΙΟΔΟΥ ΧΩΡΙΣ ΤΟ
ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΤΗΣ ΕΡΕΥΝΑΣ – ΕΛΕΓΧΟΥ ΟΙ ΙΔΙΩΤΙΚΟΙ ΦΥΛΑΚΕΣ ΘΗΡΑΣ ΤΩΝ ΚΥΝΗΓΕΤΙΚΩΝ ΟΡΓΑΝΩΣΕΩΝ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΤΟΥ ΑΡΜΟΔΙΟΥ ΥΦΥΠΟΥΡΓΟΥ ΑΓΡΟΤΙΚΗΣ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ ΚΑΙ ΤΡΟΦΙΜΩΝ κ. ΚΙΛΤΙΔΗ ΣΕ ΕΡΩΤΩΜΕΝΟΥΣ ΒΟΥΛΕΥΤΕΣ ΣΤΗ ΒΟΥΛΗ Η ΠΟΛΙΤΕΙΑ ΕΙΝΑΙ ΑΠΑΡΑΙΤΗΤΟ ΝΑ ΕΠΙΛΥΣΕΙ ΤΟ ΠΡΟΒΛΗΜΑ ΤΩΝ ΑΡΜΟΔΙΟΤΗΤΩΝ ΚΑΙ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑΣ ΤΩΝ ΙΔ. ΦΥΛΑΚΩΝ ΘΗΡΑΣ ΠΟΥ ΞΕΚΙΝΗΣΕ ΜΕ ΔΙΚΕΣ ΤΗΣ ΑΠΟΦΑΣΕΙΣ ΑΠΟ ΤΟ 1999.

Επιβεβαιώνεται η στάση της Πανελλήνιας Ομοσπονδίας Θηροφυλάκων Κυνηγετικών Οργανώσεων αφού ο Υφυπουργός Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων σε έγγραφη απάντηση που εξέδωσε με αφορμή ερωτήσεις βουλευτών στη Βουλή τελικά παραδέχθηκε εμμέσως πως οι ιδιωτικοί φύλακες θήρας δεν μπορούν να ασκήσουν ελέγχους και έρευνες σε διερχόμενους κυνηγούς, πολίτες και στα οχήματά τους στην ύπαιθρο.

Συγκεκριμένα στην απάντηση του (σχετικό το με αριθ. 53/30-7-2008 έγγραφο του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης) ο Υφυπουργός κ. Κιλτίδης συσχέτισε τις αρμοδιότητες των ιδ. φυλάκων θήρας μόνο με τη γενικότερη διάταξη της παρ. 2 του άρθ. 38 του ν. 1845/89 (νόμος για τη δασοπροστασία) που αφορά όλες τις κατηγορίες δασικών υπαλλήλων που υπηρετούσαν στη δασική υπηρεσία, ακόμη και τους προσωρινούς Δασοπυροσβέστες ΥΕ, με την οποία ο κάθε ένας υπάλληλος είναι υποχρεωμένος στη σύλληψη των πολιτών κατά τη στιγμή που αυτοί παραβαίνουν το νόμο περί δασών, να τους οδηγούν στην πλησιέστερη Αστυνομική Αρχή, να τους κατάσχουν όλα τα πειστήρια π.χ. αλυσοπρίονα, τσεκούρια, θηράματα κλπ, και να υποβάλουν τη σχετική μήνυση. Η διάταξη αυτή τίθεται για πρώτη φορά από την Πολιτεία με την τελευταία απάντηση του κ. Κιλτίδη.

Τονίζουμε πως ενδεικτικό της σύγχυσης και του παραλογισμού που επικρατεί είναι πως πολλοί ιδ. φύλακες θήρας ασκούν σήμερα παράνομα ελέγχους σε πολίτες, ακολουθώντας τις εντολές των κυνηγετικών οργανώσεων οι οποίες έχουν προηγουμένως διαμηνύσει προς κάθε κατεύθυνση πως το αντίθετο αποτελεί άρνηση εκτέλεσης εργασίας ή αργομισθία, άρα απόλυση, παρά τις δικαστικές αποφάσεις και τις οδηγίες που έχουν δώσει ορισμένες Εισαγγελικές και Δασικές Αρχές. Αυτό όμως εκθέτει τους ιδ. φύλακες θήρας τόσο σε δικαστικές περιπέτειες όσο και σε προστριβές με πολίτες όπως το τελευταίο περιστατικό που φέρεται να έγινε στη Χαλκιδική το οποίο και καταδικάζουμε απερίφραστα. Μετά από αυτό καλούμε τον κ. Κιλτίδη να μην αφήνει άλλο την εκκρεμότητα, αξιοποιώντας τη δυνατότητα που δίνεται από το νόμο (ν. 3208/2003) για άμεση και ορθή λύση με Απόφασή του.

Λύση τόσο στο ζήτημα των αρμοδιοτήτων όσο και κυρίως στο ζήτημα του τρόπου λειτουργίας των ιδ. φυλάκων θήρας το οποίο εξάλλου είναι και η γενεσιουργός αιτία όλων των προβλημάτων που εμφανίζονται στη θηροφυλακή. Έτσι θα τερματιστεί το άδικο και αντισυνταγματικό καθεστώς λειτουργίας που ξεκίνησε από το 1999 με Αποφάσεις της Πολιτείας με τις οποίες και προκειμένου να μην προχωρήσει σε προσλήψεις αντίστοιχου μόνιμου προσωπικού στη δασική υπηρεσία ανέθεσε στους ιδ. φύλακες θήρας που προσλαμβάνονται από τις κυνηγετικές οργανώσεις (Ν.Π.Ι.Δ.) με συμβάσεις ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου και από τους πλέον χαμηλόμισθους, να εποπτεύουν και να τηρούν το νόμο για τη θήρα, την άγρια ζωή και το φυσικό περιβάλλον, έχοντας (όπως αποδείχθηκε παράνομα) ανακριτικά και αστυνομικά καθήκοντα, έξω από τις αρμόδιες κρατικές υπηρεσίες και με την πλήρη καθοδήγηση και συντονισμό από τους κυνηγούς και μόνο, οι οποίοι μπορούν και τους απολύουν (με συνοπτικές διαδικασίες) με μια απλή πλειοψηφία του Δ.Σ. της κάθε οργάνωσης, χωρίς την προστασία από την Πολιτεία.


Για το
Διοικητικό Συμβούλιο


Ο Πρόεδρος Ιωάννης Ρετζέπης

Ο Γεν. Γραμματέας Γεώργιος τρανταφυλλίδης

Δευτέρα 18 Αυγούστου 2008

Ένας χρόνος μετά τον πύρινο εφιάλτη του 2007

Αύγουστος πάλι. Στο νου γυρίζουν σαν εφιάλτης οι στιγμές που κάηκε πέρυσι ο τόπος μας. Σε ελάχιστες ημέρες πόσο κακό, πόση δυστυχία, πόσοι νεκροί συνάνθρωποί μας, φίλοι μας, συγγενείς, πατριώτες, Από τις ασύμμετρες απειλές του υπουργού; Από τις φυτείες των χασισοπαραγωγών; Από το ίδιο το δάσος που είχε «πυρώσει» και ζήταγε τη φωτιά; Ποτέ δεν μάθαμε τον λόγο, τα «γιατί» έμειναν αναπάντητα να συσκοτίζουν – το έρεβος δεν έδωσε τη θέση του στο φώς.
Τις ανοικτές ακόμα πληγές της μεγαλύτερης πύρινης καταστροφής που γνώρισε ο τόπος μας, κανένα φάρμακο δεν θα σταθεί ικανό να τις επουλώσει. Γιατί το δάσος κάποια στιγμή θα αποκτήσει και πάλι τη ζωντάνια του – μόνο του ή με τη γνώση και την βοήθεια των επιστημόνων, ο άνθρωπος που «έφυγε» όμως δεν αντικατασταίνεται, είναι μοναδικός.
Τα χωριά μας ήταν ακόμα γεμάτα με κόσμο. Και το δικό μου χωριό που περίμενε να γιορτάσει τον άγιό του, τον Ιωάννη τον Πρόδρομο. Κάπου τρακόσες ψυχές είχαν γεμίσει με φωνές το έρημο σε όλη τη διάρκεια του χρόνου μικρό χωριό μας. Και οι στιγμές ήταν όμορφες, καλοκαιρινές. Μέχρι τη στιγμή που ακούστηκε η λέξη «φωτιά στον Αλφειό»
Το χωριό μας είναι ορεινό κάπου στα 1030 μ. υψόμετρο. Όμως ο Αλφειός είναι η κοιλάδα μας, η αρχαία μας αναφορά στο χρόνο. Η ιστορία μας και η ζωή μας. Το οξυγόνο μας.
Έτρεξα στη φωτιά. Λίγοι άνθρωποι συγκεντρωμένοι, ο Δήμαρχος και μερικοί συμπατριώτες με υδροφόρες στα αγροτικά τους αυτοκίνητα. Οι υπόλοιποι ήσαν στα «ψηλά και αγνάντευαν, λυπόντουσαν, δυσανασχετούσαν, απειλούσαν», αλλά έμεναν εκεί, στην ασφάλεια του ορεινού.
Έτσι συνήθως λειτουργούν οι έλληνες, από «μακριά» πάντα εκεί που οφείλουν να είναι από «κοντά». Τα περιμένουν όλα από την πολιτεία και αυτή τα περιμένει από το θεό. Όλοι τα περιμένουν από τους άλλους. Και πραγματικά, στον Αλφειό, στην Ηλεία, στην Εύβοια και όπου υπήρχε φωτιά, οι «άλλοι» ήσαν εκεί, και έδιναν τις δυνάμεις τους, έδιναν την ψυχή τους.
Σε ημιορεινό χωριό της περιοχής μας, μπαλκόνι όμορφο στον Αλφειό, οι κάτοικοι μαζεμένοι στην πλατεία αγανακτούσαν με όσα έβλεπαν στα πόδια τους. Περάσαμε από την πλατεία και σταματήσαμε με τη μηχανή του αυτοκινήτου αναμμένη – ίσα να πάρουμε καφέδες και νερό. «Φάρμακα» κατά της αϋπνίας και της κούρασης. Το «μαγαζί» όμως δεν μας έδωσε διότι «πενθούσαν» μαζικά για τις καταστροφές. Είκοσι άτομα γυροβολιά, καθισμένα αναπαυτικά στις καρέκλες τους, «με τα ποτά τους και τις φραπεδιές τους και λιωμένοι στα τσίπουρα πενθούσαν για τις φωτιές». Και δεν μας έδωσαν για να συνεχίσουμε να σβήνουμε, να συνεχίσουμε να προσπαθούμε. Σε γειτονικό χωριό επίσης και επίκεντρο της φωτιάς, ο χειριστής σκαπτικών εργαλείων που άνοιγε μέρα και νύκτα ασταμάτητα αντιπυρικές ζώνες, δεν κατάφερε να πάρει ένα απλό σάντουιτς από το μαγαζί στις 2 το μεσημέρι διότι «μόλις είχε κλείσει».
Μήπως είμαστε γραφικοί; Ρώτησα με αγανάκτηση τον φίλο συνοδηγό. Ότι και να είμαστε, τον άκουσα να λέει, πάτα γκάζι γιατί μας χρειάζονται εκεί κάτω.
Δεν σβήναμε όλοι φωτιές, δεν θα μπορούσαμε άλλωστε. Υπήρχαν τόσες δουλειές παράλληλες που έπρεπε να γίνουν, που κάθε βοήθεια ήταν πολύτιμη. Νερό και σάντουιτς να πήγαινε κάποιος, καφέδες να μοίραζε κάποιος άλλος, ένα λόγο καλό, ένα «κουράγιο παιδιά», ένα μονοπάτι να έδειχνε προς τη φωτιά κανείς. Αυτά τα ελάχιστα χρειαζόμασταν για να συνεχίσουμε την αϋπνία μας. Και στο κεφαλοχώρι «πενθούσαν!».
Το τρίτο βράδυ, αποκαμωμένος από την προσπάθεια, πήγα στο σπίτι μου να κοιμηθώ μια ώρα, να κάνω ένα μπάνιο να διώξω τη βρώμα και τη στάχτη από πάνω μου. Βρήκα το χωριό έρημο και πνιγμένο στη κάπνα που είχε φέρει ο αέρας από τα δυτικά. Ψυχή δεν υπήρχε στο χωριό, είχαν φύγει όλοι ύστερα από την προτροπή της αστυνομίας «αδειάστε τα χωριά σας». Και το χωριό άδειασε. Έκανα ένα μπάνιο γρήγορα και έφυγα πάλι. Πήγα κοντά στα μέτωπα, κοντά στους ανθρώπους που δεν «πενθούσαν», σε καλύτερο οξυγόνο. .
Ξημέρωμα της επόμενης ημέρας, ένα τζιπ της πυροσβεστικής με δυό αξιωματικούς φάνηκε μπροστά μας. «Ήλθαμε να σας συντονίσουμε», ακούστηκε να λέει ο επικεφαλής. Είστε πολλοί; Ναι είμαστε πολλοί, είκοσι – τριάντα άτομα!. Αλλά δεν θέλουμε να μας συντονίσετε, να σβήσουμε τις φωτιές θέλουμε. Οι πυροσβέστες…, που να πρωτοπήγαιναν κι αυτοί; Καιγόταν η μισή Ελλάδα!.
Όταν η δασοπυρόσβεση υπάγονταν στα κατά τόπους Δασαρχεία τα αποτελέσματα ήταν διαφορετικά. Το δάσος θέλει άλλη μεταχείριση, διαφορετική αντιμετώπιση και γνώση. Και οι δασοπυροσβέστες είχαν την ανάλογη εκπαίδευση. Η πολιτεία φρόντισε όμως και την δασοπυρόσβεση την άφησε στην πυροσβεστική. Και πήρε δώδεκα χιλιάδες αγροφύλακες να φυλάνε τα χέρσα χωράφια και την ατέλειωτη ερημία της υπαίθρου.
Αλλά και σε κάθε φωτιά, η βοήθεια του κόσμου, η εθελοντική προσφορά δίνει λύσεις. Για να «συγκινηθεί» όμως ο έλληνας, η καταστροφή πρέπει να «ακουμπήσει» το δικό του σπίτι. Δεν σηκώνεται εύκολα για «τις περιουσίες άλλων». Το πολύ – πολύ να πιεί καμιά γερή «φραπεδιά» για να πνίξει το «πένθος» του.
Σε όλη αυτή την αγωνία των 5 -6 ημερών, μέχρι να αρχίσουμε να μετράμε τους νεκρούς συνανθρώπους μας και να αρχίσει το πραγματικό πένθος, στην προσπάθεια και στην κούραση, στον πόνο και στο βουβό κλάμα, στη μανία της φωτιάς και στο δικό μας πείσμα, τριγύρω μου είδα και φίλους κυνηγούς να παλεύουν ασταμάτητα να περισώσουν ότι ήταν δυνατό. Δεν αντίκρισα κανένα από αυτούς που τα «λόγια τα μεγάλα» τα έχουν εύκολα. Πολλά μπορεί να εξιστορήσει κανείς από αυτά που έζησε τις ημέρες του πύρινου εφιάλτη, είτε δίνοντας τον αγώνα από «μέσα» είτε κριτικάροντας και πενθώντας από το αγνάντι και την ασφάλεια της «φραπεδιάς». Εύχομαι και ελπίζω να μην ζήσουμε ποτέ πάλι τέτοια καταστροφή, να μην θρηνήσουμε ποτέ ξανά τόσα αθώα θύματα.