----------------------------------------------------------------------------
Πέμπτη 26 Ιουνίου 2008
Δασαρχείο Βυτίνας, όλα τα λεφτά!!!!!!!!
----------------------------------------------------------------------------
Δευτέρα 16 Ιουνίου 2008
Οι φίλες μου και τα σκυλιά τους!!!
Αλλά και παλαιότερα στην παλιά μονοκατοικία που είχαμε για φύλακα τον Μίσα τον αλσατό, το δέσιμο ήταν πολύ μεγάλο. Για όλη την οικογένεια που ακόμα τον θυμάται και το δάκρυ κυλά βουβό.
Αρκετοί κυνηγοί συνηθίζουν και «χάνουν» στο δάσος κάποιες φορές ένα σκυλί. Δεν τους βγήκε όπως περίμεναν και όπως τους είχε υποσχεθεί ο έμπορας από τη Βουλγαρία και τα Σκόπια. Αν έχουν πληρώσει χρήματα, τα κλαίνε για τα καλά. Αν όμως το «εμπόρευμα» είναι με δοκιμή – όπως συνήθως γίνεται, τότε σε συνεννόηση έμπορα και αγοραστή το σκυλί χάνεται στο δάσος και ο ιδιοκτήτης του «λυπάται πολύ». Το σκυλί γίνεται αδέσποτο και η τύχη του αβέβαιη.
Μερικά σκυλιά όμως έχουν το κοκαλάκι της νυχτερίδας πάνω τους, αδέσποτα σκυλιά που τους βγαίνει σε καλό καμιά φορά η εγκληματική αδιαφορία των «αφεντικών τους». Τα βρίσκουν άνθρωποι άσχετοι από σκυλιά και τα παίρνουν στο σπίτι τους να μην πεθάνουν από την πείνα. Όπως δηλαδή ακριβώς έγινε με τα σκυλιά της ιστορίας.
Μισοπεθαμένο βρήκε η φίλη μου η Σίσσυ ένα σκυλί ακαθορίστου ράτσας. Το πήρε σπίτι της και το φρόντισε, ομόρφυνε το σκυλί, πήρε τα πάνω του και αποκαλύφθηκε ένα γνήσιο κόλευ που την ονόμασε Λούλου. Άθλιο όνομα για σκυλιά; Ίσως. Όμως η Λούλου με την καλοσύνη της έγινε σημείο αναφοράς. Σύμφωνοι, ήταν ολίγον τι αργόστροφη η Λούλου. Άλλα της έλεγες, άλλα έπραττε. Κάθησε κάτω Λούλου έλεγες και η Λούλου έφευγε χαρούμενη προς τη βεράντα. Έλα εδώ Λούλου έλεγες και αυτή με καμάρι εστίαζε την προσοχή της στο απέναντι δέντρο. Αργόστροφη λίγο η πολύ, η φίλη μου η Σίσσυ νόμιζε πως είχε στο σπίτι της φύλακα!! Για φύλακα δεν ξέρω, αλλά άγγελο σίγουρα είχε. Έζησε καλά η Λούλου μέχρι τα βαθειά γεράματά της, με αγάπη.
Η φίλη μου η Βίβιαν έπεσε σε ένα διαλυμένο γκριφόν. Όταν μου το είπε στο τηλέφωνο, της είπα, άστο, αυτό θα το πάρω εγώ για το κυνήγι. Μα εσείς είστε εγκληματίες, άκουσα να μου λέει. Υπερβολική ήταν αλλά το σκυλί το είχαν παρατήσει κυνηγοί. Το πήρε σπίτι της και του έδωσα το όνομα Νταίζη, ενθυμούμενος μία άλλη «Νταίζη» αρχιτεκτόνισσα με γόβα στιλέτο. Εκείνη η Νταίζη ερωτεύτηκε παράφορα ένα τύπο εξ Ιταλίας και είχαμε δράματα πέριξ της Ακροπόλεως. Και η Νταίζη κούκλα και παιχνιδιάρα. Και αυτή φυσικά αργόστροφη!!. Όχι η αρχιτεκτόνισσα, η άλλη. Διότι η αρχιτεκτόνισσα και γάτα ήταν και κορμί φιδίσιο είχε και το μάτι της το αλανιάρικο θαμπώθηκε από την γοητεία του Ιταλού. Και αφού μιλάμε για γοητεία ένα μόνο μικρό παράδειγμα θα αναφέρω: πίναμε τα φρέντο μας με τον Ιταλό στο παράλιο Άστρος και στο πέρασμα γινόταν χαμός. Κάποια στιγμή δεν άντεξα και του είπα: μία ώρα καθόμαστε εδώ και σε έχουν καρφώσει με τα μάτια τους δυό χιλιάδες γυναίκες!! Πραγματικός γόης ο Ιταλός.
Άλλαξε δίσκο στο πικάπ Νταίζη (όχι στην αρχιτεκτόνισσα), της έλεγες και αυτή σου έφερνε το τόπι για παιχνίδι. Πήγαινε Νταίζη στο περίπτερο για τσιγάρα έλεγες και αυτή χωνόταν κάτω από τον καναπέ. Όταν όμως άκουγε τη λέξη γιαούρτι, έτρεχε σφαίρα στην κουζίνα. Ζεί και βασιλεύει η Νταίζη στην Αγία Παρασκευή και κυκλοφορεί με κόκκινο περιλαίμιο για το μάτι!!.
Η φίλη μου η Βέρα (από το Βαρβάρα παρακαλώ) έχει σκυλί ράτσας. Πομεράνιαν. Και αρσενικό και τον φωνάζει Vito αλλά και Ντάνι να τον φώναζε θα άκουγε. Ο Vito δεν μπορώ να πώ ότι είναι αργόστροφος, κάθε άλλο. Αυτός έχει άλλα κουσούρια. Λόγω ηλικίας δεν έχει δόντια και οι τροφές που παίρνει είναι δουλεμένες σαν κρέμες. Εντάξει, έχει και λίγο άσθμα ο καημένος και ταλαιπωρείται κάτι ώρες. Και αρθριτικά στα πόδια έχει που είναι βάσανο μεγάλο και δεν μπορεί να κάνει άνετα τις βόλτες του στο κτήμα. Ή όραση του δεν είναι και η καλύτερη, καταρράχτη διέγνωσε ο γιατρός με θλίψη θα ‘λεγα. Με την ακοή έχει ξεμπερδέψει πολλά χρόνια και δεν τον ενοχλεί καθόλου που είναι κουφός. Αν εξαιρέσεις και την καρδιά του που δεν δουλεύει καλά, κατά τα άλλα είναι υγιέστατος. Φύλακας καλός όμως. Το μόνο όργανο που δουλεύει σωστά σε αυτόν, είναι οι φωνητικές του χορδές.
Εντάξει, η φίλη μου η Βέρα (από το Βαρβάρα) συνειδητά πήρε στο σπίτι της ένα σκυλί υψηλού iq. Η Σίσσυ όμως και η Βίβιαν τυχαία τα βρήκαν στο δρόμο τους, παρατημένα από «κυνηγούς και ζωόφιλους» και άσχετες όπως ήσαν από σκυλιά, απέδειξαν με την πράξη τους τα αυτονόητα. Τους έδωσαν αγάπη.
Και για την Νταίζη το βράδυ γιαούρτι, το σκυλί, όχι την αρχιτεκτόνισσα…
υγ: στην 1η φωτό η Λούλου με το "σκληρό αφεντικό"
στην 2η φωτό η Νταίζη, όχι η αρχιτεκτόνισσα!!
Παρασκευή 13 Ιουνίου 2008
Στην εποχή του παππού
Στα παλιά τα χρόνια, οι άνθρωποι της υπαίθρου, οι αγρότες, οι κτηνοτρόφοι, ζούσαν και μεγάλωναν πολυμελείς οικογένειες. Φρόντιζαν τον τόπο τους, ξεχέρσωναν ολόκληρες πλαγιές για να σπείρουν λίγο σιτάρι, στέριωναν με ξερολιθιές τα χωράφια τους τα λιγοστά από τις βροχές και τις κατεβασιές της καταιγίδας. Τις πεζούλες που αντικρίζουμε εμείς σήμερα και τις προσπερνάμε αδιάφορα ή τις γκρεμίζουμε γιατί εμποδίζουν την πορεία μας, τις δημιούργησαν εκείνοι οι μερακλήδες παππούδες μας που ανακάτευαν τη γη για το λιγοστό καρπό.
Όλοι οι παλιοί ήσαν και άριστοι κυνηγοί, με ελάχιστα μέσα που γέμιζαν τα δίκαννα με τη βέργα και το δράμι. Και η μπαρούτη ήταν γι’ αυτούς έξοδο σοβαρό που επιβάρυνε το σπίτι. Έφερναν όμως αποτέλεσμα τα πενιχρά μέσα που διέθεταν σε συνδυασμό με την γνώση τους, την πολυμάθειά τους.
Ο παππούς μου όταν πήγαινε για κυνήγι, έφερνε πάντοτε ένα λαγό μεγάλο. Ποτέ δεν είχε φέρει δύο. Άστα, έλεγε στη γιαγιά μου, δικά μας είναι σαν μεγαλώσουν. Και πράγματι μεγάλωναν και πάντοτε γύριζε με τον λαγό ανά χείρας. Χωρίς σκυλιά. Τα σκυλιά που είχε ήσαν τσοπανόσκυλα, έφερναν γύρα το κοπάδι και το προφύλασσαν από τις κακοτοπιές. Έκαναν άλλη δουλειά, δυσκολότερη.
Παλιότερα δεν υπήρχαν και αγριογούρουνα. Η κάθε οικογένεια μεγάλωνε το δικό της γουρούνι που το έσφαζε κάπου εκεί στα Χριστούγεννα και έπαιρνε όχι μόνο το κρέας που το πάστωνε για να διατηρηθεί και ήταν ο καλός μεζές, ο εκλεκτός. Έπαιρνε το λίπος και το έκανε σαπούνι ή το χρησιμοποιούσε για το μαγείρεμα. Το λάδι ήταν ακριβό πολύ και δυσεύρετο στα ορεινά μέρη.
Τα αγριογούρουνα ήλθαν στην περιοχή μας όταν οι παππούδες είχαν αφήσει τον κόσμο τούτο. Ήλθαν πρόσφατα δηλαδή, πάνω κάτω κάπου δεκαπέντε χρόνια που τα κυνηγάμε. Δεν τα ξέραμε. Μαθημένοι στον λαγό ήμασταν και κάναμε στροφή προς το νέο κυνήγι. Μας συνάρπασε από την πρώτη στιγμή, από τα πρώτα λάθη, που μαθαίναμε πως γίνεται η παγάνα, τη δουλειά κάνει η κόντρα, μα και τόσα ακόμα που μάθαμε και που εν τέλει συνεχίζουμε να μαθαίνουμε. Από τα δίκαννα και μάλιστα τα παλιά, τα κειμήλια, φτάσαμε στις καραμπίνες. Για μεγαλύτερη ισχύ πυρός, για περισσότερη σιγουριά στο καρτέρι.
Δεν σταματήσαμε όμως εκεί, προχωρήσαμε ένα βήμα μπροστά από τους παππούδες μας. Ο ένας λαγός ή ο ένας κάπρος ή οι δυό πέρδικες, δεν είναι αρκετές. Είναι «υποτιμητικό» για ένα «σοβαρό» κυνηγό σήμερα, να φέρει από το δάσος μόνο ένα θήραμα. Τι θα πουν γι’ αυτόν οι φίλοι του; Οι άλλες ομάδες; Δεν θα αρχίσει το δούλεμα; Και που ν’ αντέξει κάποιος περήφανος κυνηγός τέτοιου είδους πειράγματα;
Από κυνηγοί, οι πολλοί γίναμε κυνηγοί κεφαλών. Ορμάμε στο δάσος και απαιτούμε να γίνει όλη η πανίδα δικιά μας. Θα πεί κανείς, σύμφωνοι, αλλά οι λίγοι είναι αυτοί που σκέφτονται και δρούν έτσι. Όχι, λέω εγώ, οι πολλοί είναι. Οι μακελλάρηδες των κάπρων, των λαγών αλλά και των πουλιών, οι πολλοί είναι.
Αυτοί που πετάνε τα σκουπίδια στο δάσος και τις πλαστικές σακούλες, αυτοί που δεν σκύβουν να μαζέψουν τους άδειους κάλυκες, αυτοί που στο πυκνό έχουν στις καραμπίνες 5 – 6 - 8 φυσίγγια, αυτοί εν τέλει είναι πάρα πολλοί. Και όσο και αν φωνάζουν οι Ομοσπονδίες, όσες διατάξεις και αν κυκλοφορούν, δεν αλλάζει η κατάσταση.
Και δεν είναι μόνο αυτά. Άπειροι αγρότες που δουλεύουν στα χωράφια τους έχουν απειληθεί από κυνηγούς. Αμπελουργοί που παίρνουνε τη στράτα για το αμπέλι τους δεν φτάνουν ποτέ διότι «το κυνήγι βρίσκεται σε εξέλιξη». Αλλά και τα κατσίκια που βρίσκονται νεκρά από τον κτηνοτρόφο, δεν τα σκότωσαν σκυλιά των κυνηγών αλλά κάποια «αδέσποτα». Που δεν τα ξέρει κανείς, δεν τα αντίκρισε κανείς.
Ανάβει φωτιά να ζεσταθεί η παρέα των κυνηγών στο δάσος αλλά «ξεχνά» να την σβήσει, όταν βιαστικά πρέπει να φύγει. «Έλα μωρέ», και τι σε νοιάζει εσένα, χειμώνας είναι, δεν παθαίνει τίποτα το δάσος, απαντά με στόμφο ο παντογνώστης κυνηγός
Και οι ταβέρνες που έχουν στο μενού τους κάπρο του βουνού, και μάλιστα σε υψηλή τιμή, τυχαία τα βρίσκουν τα άγρια έξω από την πόρτα τους.
Όλα τα παραπάνω είναι προβλήματα σοβαρά που όλοι τα γνωρίζουμε και τα αποσιωπούμε επιμελώς. Ή τα ελαχιστοποιούμε σαν προβλήματα. Τα προβλήματα, όποια και είναι αυτά, λύνονται εφόσον τα κατανοήσουμε. Με τις ανακοινώσεις των Ομοσπονδιών σίγουρα δεν λύνονται. Εκείνο που λείπει από τους κυνηγούς και είναι γνώρισμα κοινό της κοινωνίας μας σήμερα, είναι η έλλειψη παιδείας. Όταν την αποκτήσουμε, ίσως να κάνουμε ένα βήμα πάλι προς τα πίσω και αντιληφθούμε την νοοτροπία των παππούδων μας. Που οι συνθήκες ζωής ήσαν τέτοιες και είχαν πραγματική ανάγκη να γυρίσουν με θήραμα στο σπίτι, στην οικογένεια. Και επέστρεφαν ευτυχείς με το ένα. Τα πολλά τα άφησαν για εμάς, για να κορδωνόμαστε…..
Παρασκευή 16 Μαΐου 2008
Το πάτημα ... του λαγού
Για να πιάσεις «τόπο» - ειδικά τον τόπο που θέλει η ομάδα, πρέπει να βγεις πολύ πρωί στο βουνό. Για να τον σιγουρέψεις. Η ομάδα βασίζεται επάνω σου. Σε κάθε κυνήγι, συνήθως πηγαίνουν για τόπο 1 – 3 άτομα για να τον κλείσουν. Απαραίτητη προϋπόθεση βέβαια είναι να ξυπνήσεις. Όταν όμως αποβραδίς έχεις λιώσει στα ευγενή ποτά σαν μερικούς δικούς μας λόγου χάρη, με κεφάλι που βράζει από τις μπόμπες, βυθίζεσαι σε ονειρικά ταξίδια και η ομάδα σαν μαζευτεί σε αναζητά και δεν σε βρίσκει. Και ανησυχεί, και αγωνιά, και ψάχνει να σε εντοπίσει. Και όταν εσύ φανείς αργοπορημένος, είσαι όλο νεύρα με τον αρχηγό που σου αναθέτει δύσκολες αποστολές.
Έχει δυνατούς πότες η ομάδα, σκληροί στο πιόμα, σκληροί και στο κυνήγι. Ο φόβος και ο τρόμος του δάσους. Μια φορά ένας – ονόματα δεν λέμε, ήπιε κατά λάθος νερό και δηλητηριάστηκε, τόσο πολύ.
Έτσι, αφού ήλθε και η σειρά μου για τόπο, πήρα τα γνωστά εφόδια μου και χάθηκα στη μαύρη νύκτα. Μόνο κουβέρτα δεν παίρνω ποτέ μαζί μου – δεν μπορώ να κοιμηθώ στο αυτοκίνητο. Άλλοι τον ύπνο τον έχουν εύκολο.
Εκεί κάπου στο ξημέρωμα, λίγο πριν αρχίσουν οι ιχνηλασίες, τα γερά όπλα της ομάδας έκαναν την εμφάνισή τους. Όλοι τους «σκληροί» και έτοιμοι για τον μεγάλο «αγώνα». Σκληρότερος όλων ο αρχηγός, ο πρώτος παγανιέρης, ο αρχιτέκτονας των δράσεων και των μεγάλων επιτυχιών!. Μαύρο μαλλί που όταν ξεχνιέται ανοίγει κάπως!, πρόσωπο λεπτό, φωνή επιβλητική, ψηλός στο ανάστημα, φόβος και τρόμος των αγρίων. Οι διαταγές του γρήγορες και κοφτές, καθαρές, σαφείς, δεν επιδέχονται ουδεμιάς αμφισβήτησης. Πολλά χρόνια στη παγάνα ο αρχηγός, με εμπειρία που τον δίδαξε πώς να φέρνει το επιθυμητό αποτέλεσμα. Μας υπενθύμισε με λόγια απλά, τα λάθη της προηγούμενης φοράς. Αναλυτικά στον καθένα. Μας έδωσε σωστές κατευθύνσεις. Ο τρόπος που σου μεταδίδει τη γνώση, είναι αξεπέραστος, μοναδικός. Δεν έγινε τυχαία αρχηγός.
Εύκολα οι ιχνηλάτες βρήκαν το καπρί να ψηλώνει στη πλαγιά. Το ακολούθησαν. Η υπόλοιπη ομάδα άρχισε το «κόψιμο». Σε δύο περίπου ώρες το είχαμε κλεισμένο. Απλωθήκαμε, ο καθένας στη θέση του. «Μην ακούσω ούτε την ανάσα σας», μπαίνω μέσα να ματώσω πάλι, ακούσαμε από το cb τον αρχηγό και πάγωσε το αίμα μας
Ναί, πάλι θα «ματώσει» στο πυκνό ο αρχηγός, όπως την άλλη φορά, τότε που τον πήρε ο ύπνος και ο λαγός περνώντας από πάνω του, άφησε τα σημάδια του.
Στο περιστατικό με τον λαγό, ήμουν κόντρα καρτέρι. Είχα ανέβει πολύ ψηλά στο βουνό εκτελώντας με απόλυτη ακρίβεια τις εντολές του και παρακολουθούσα την πορεία των αγρίων προς τα καρτέρια. Είχα εκπληκτική ορατότητα στο χώρο. Ο αρχηγός, ευχαριστημένος από την εξέλιξη του κυνηγίου, ακούμπησε να ξαποστάσει σε ένα πουρνάρι. Αυτό ήταν. Κάθε φορά που βρίσκει πουρνάρι, ο ύπνος γίνεται ανάλαφρος. Με το πάτημα του λαγού όμως πετάχτηκε σα θηρίο ανήμερο, προσπαθούσε να καταλάβει τι ήταν αυτό που τον πάτησε στο σβέρκο του. . Ηρέμησε αρχηγέ, του είπα από το cb. Τι έγινε, κάτι πέρασε από πάνων μου!, άκουσα την οργισμένη φωνή του να λέει. . Ηρέμησε, λαγός ήταν, κοιμήσου πάλι.
Άκουσε την κουβέντα μας και όλη η ομάδα που γνώριζε τα χούγια του καπετάνιου της και άρχισαν οι ψίθυροι και τα σχόλια στα καρτέρια. Άκουσε τους ψιθυριστές ο κάπρος που ήταν κοντά σε αυτά και άλλαξε πορεία, τράβηξε για μέρη ήσυχα, ελεύθερος. Αυτό ήταν, ο λαβωμένος αρχηγός έδωσε τέλος. Γρήγορα τρέξαμε όλοι κοντά του να τον συνεφέρουμε από το σοκ!.
Τότε με τον λαγό, είχα πάει στο χωριό με την καλή μου. Επιστρέφοντας νωρίς το μεσημέρι στο σπίτι, την είδα να δυναμώνει τη φωτιά στο τζάκι με ξύλα. Γρήγορα ήλθες σήμερα, μου είπε. Ναι, είχαμε προβλήματα. Πάλι με τον αρχηγό; Ναι, τον πάτησε ένας λαγός στο λαιμό και του έκανε σημάδι…
Δευτέρα 28 Απριλίου 2008
Από το καταμεσήμερο στο χάραμα...
Δεν πάει πολύς καιρός που είχα βρεθεί με παρέα στο κέντρο της Αθήνας. Ανάμεσα στην παρέα, ήταν και ένας τύπος, συγγραφέας στο επάγγελμα που πρώτη φορά έβλεπα, αλλά κάποιες λίγες φορές είχα ακούσει γι’ αυτόν σκόρπια πράγματα.
Εκεί λοιπόν στην φιλότεχνη παρέα, που μιλούσαν για λογοτεχνία, φωτογραφία και άλλες τέχνες που δεν κατέχω, που μου άρεσε βεβαίως να ακούω και να μαθαίνω - σαν αγρότης που είμαι, πετάει ο περί ου ο λόγος συγγραφέας την ατάκα της ημέρας γιομάτος καμάρι: ποτέ στη ζωή μου μέχρι σήμερα δεν έχω σηκωθεί πριν από τις δώδεκα το μεσημέρι!!
Τον «έκοψα» καλά για πρώτη φορά, όπως «κόβουν» τα άγρια στο δάσος και συνέχισα να τον ακούω μαζί με την υπόλοιπη παρέα. Τον ρώτησε κάποια νεαρά που όπως έμαθα αργότερα ήταν η «καλή» του, καλά, και στον στρατό πως σηκωνόσουν;
Απλά, δεν σηκωνόταν. Είχε πάρει απολυτήριο πρώιμο όπως τόσοι και τόσοι. Την απάντηση την ήξερα πριν να την ακούσω από τα χείλη του.
Κάποια στιγμή σηκώθηκα να φύγω, με συγχωρείτε τους είπα, αύριο όμως ξυπνάω πολύ πρωί διότι πάω στο χωριό για κυνήγι. Είσαι κυνηγός; Με ρώτησε ξαφνιασμένος ο συγγραφέας. Ναι, και πρέπει να φύγω. Κι εγώ είμαι οικολόγος, μου πέταξε με ύφος φανερά εκνευρισμένο ο τύπος. Το ξέρω, απάντησα στον «λογοτέχνη» κι έφυγα.
Ήταν από τα τελευταία κυνήγια της περιόδου και η θερμοκρασία έπεφτε όσο πλησίαζα στο χωριό. Αξημέρωτα έφτασα σπίτι, άνοιξα το νερό και τα φώτα και άναψα για λίγο τη θέρμανση. Ίσα να αλλάξω ρούχα, να φτιάξω τα εφόδιά μου, το τσάι μου στο θερμός, δυό σοκολάτες, λίγες σταφίδες.
Βγήκα έξω και ο παγωμένος βοριάς έκανε αισθητή την παρουσία του, το θερμόμετρο στο αυτοκίνητο όταν ξεκίνησα για να πάω στην ομάδα μου έδειχνε –8. Μια χαρά, σκέφτηκα. Τα χιόνια στο χωριό ήσαν λίγα, σαν πασπάλα. Στα ψηλότερα πρέπει να είχε καλό χιόνι.
Κατά τις 6 έφτασα στο «λεύκο», που βρίσκεται σε μικρό διάσελο με βοριά και νοτιά αντάμα. Το θερμόμετρο ανέβηκε και άλλο, με –10 σταμάτησα και κατέβηκα. Τα παιδιά ήσαν εκεί, γύρω από την καλή φωτιά. Οι μυρωδιές που μου ήλθαν από την παγωνιά, τα καμένα ξύλα, τον καφέ στη θράκα, ήταν στην ουσία τα πράγματα που με έκαναν να βρεθώ αχάραγα ακόμα με φίλους στο βουνό. Και αυτοί σαν κι εμένα, κυνηγοί και λάτρεις της φύσης. Πρόσωπα γελαστά που η παγωνιά έσπαζε από τη ζεστασιά τους, πειράγματα λίγο πριν την «παγάνα», πρόσωπα γεμάτα φως και ας ήταν ακόμα νύκτα.
Ο νούς μου για λίγο έτρεξε στον συγγραφέα της χθεσινής βραδιάς. Διαφορετικοί κόσμοι σκέφτηκα. Ένιωσα τυχερός που ζούσα το παγωμένο πρωινό έξω στην αγριάδα της φύσης. Θα ήμουν δυστυχής φαντάζομαι αν ήμουν κι εγώ συγγραφέας. Αυτός όμως ήταν ευτυχής που έβλεπε την πόλη κάθε καταμεσήμερο, και μάλλον θεωρούσε δυστυχή εμένα που ήμουν κυνηγός. Διαφορετικοί κόσμοι; Ίσως. Όπως όμως και να’ χουν τα πράγματα – και τώρα που δεν υπάρχει κυνήγι, από μεθαύριο την Παρασκευή, στο χωριό θα βρίσκομαι. Και Σάββατο με το χάραμα θα τραβήξω για τα ψηλότερα ή και τα χαμηλότερα. Το που δεν έχει και τόση σημασία, αν βρεθώ δηλαδή σε κάποια βουνοκορφή ή στην όχθη του ποταμού. Σημασία έχουν οι μυρωδιές και οι ήχοι, η αρμονία, ακόμα και οι πρωινές υγρασίες.
--------------------------------------------------------------------------------
Ο αρχηγός της οικογένειας...
Κοπάδια αγριογούρουνα και κάνουν βόλτες ανενόχλητα μέσα στο καταμεσήμερο! Είναι δυνατόν; άκουσα την φωνή του φίλου μου κυνηγού στην άλλη πλευρά του σύρματος. Σε τούτη τη ζωή όλα είναι δυνατά, απάντησα χαμογελώντας.
Και γιατί να μην είναι; σκέφτηκα μονάχος μου όταν έκλεισε το τηλέφωνο. Τα άτιμα τα άγρια, όταν τα κυνηγάμε κρύβονται, εξαφανίζονται, γίνονται αερικά. Αλλά και όσα με κόπο εντοπίζουμε και τα σκυλιά τα πάνε στο ντορό τους, πάλι δύσκολα πέφτουν. Τι να θυμηθώ, πόσες φορές χαιρέτησαν ευγενικά τα καρτέρια μας; πόσες φορές μας κούνησαν μαντήλια;
Και όλοι έμπειροι, οι παγανιέρηδες, οι κόντρες, τα καρτέρια. Α!! και τα σκυλιά μας καλά, όταν βέβαια δεν κυνηγάνε αλεπούδες! Γιατί όταν πέφτουν πάνω στην «κυρά Μάρω», τα αλαλιάζει τα σκυλιά μας η αθεόφοβη. Αλλά και ο κάπρος δεν είναι βλάξ, όταν δυσκολευτεί στο πυκνό, ακολουθεί από κοντά την κυρά Μάρω. Βγαίνει αυτή στα καρτέρια πρώτη, τα αποπροσανατολίζει και μετά ο κάπρος, άρχοντας, χάνεται σε τόπους ελεύθερους.
Και αυτό δυστυχώς έχει συμβεί ουκ ολίγες φορές! Δεν υπάρχει κανόνας συγκεκριμένος που θα τον ακολουθήσεις πιστά και θα έχεις αποτέλεσμα. Κάθε κυνήγι και χαρακτηρίζεται από διαφορετικούς παράγοντες, συνήθως απρόβλεπτους. Οι παράγοντες αυτοί είναι εν τέλει που καθιστούν συναρπαστικό το κυνήγι του κάπρου.
Η φετινή κυνηγετική περίοδος είχε και αντικειμενικές δυσκολίες. Οι φωτιές και οι καταστροφές ανθρώπων και ζώων, το αλαλούμ με τις απαγορεύσεις, η συρρίκνωση της περιόδου. Ίσως και άλλα, που εμπόδισαν να εξελιχθεί ομαλά η περίοδος. Μόνο ο καιρός ήταν σύμμαχος καλός, με βροχές όταν έπρεπε, που έκαναν τις ιχνηλασίες εύκολες. Και λοιπόν;
Ο κάπρος μετά της οικογενείας, κάνει τις βόλτες του στο καταμεσήμερο. Δίχως τον φόβο του παγανιέρη, με ηρεμία αναζητά την τροφή του, παίζει με την σύντροφο σε νερολούτσες, μαθαίνει τα μικρά πώς να γίνουν «άτιμα» όταν θα μεγαλώσουν! Και σαν αρχηγός της οικογένειας, στέκεται προσοχή στο βλέμμα της γουρούνας.
Όπως στην ιστορία του χωριού. Ξυπνά η οικογένεια και μετά το γρήγορο πρωινό, ο αρχηγός μοιράζει τις δουλειές της ημέρας. Εσύ θα πάς στον μύλο για αλεύρι, εσύ στο χωράφι να οργώσεις, εσύ πάρε τα «πράματα» να πάς να σκαρίσεις, κι εγώ θα πάρω τη ρόκα μου να πάω για γνέψιμο!!.
-------------------------------------------------------------------------------------
Σάββατο 1 Μαρτίου 2008
Τέλος εποχής...
«Θέλω να σκίσω τα βουνά με της ελιάς το φύλλο», λέει το δημώδες άσμα και χαίρεται όλη η πλάση με την καλή άνοιξη που καταφτάνει ασθμαίνουσα.
Ως γνωστό στο πανελλήνιο, το κυνήγι των αγρίων ζώων της φύσης έλαβε τέλος μέχρι και τα τέλη Αυγούστου. Υπάρχουν βεβαίως και άλλα πολλά και ενδιαφέροντα κυνήγια που αρχίζουν με την καλή εποχή – και άλλα που δεν γνωρίζουν εποχές του έτους.
Γι’ όσο διάστημα η φύση θα χαίρεται και θα τραγουδά τις ομορφιές της, εμείς θα της κάνουμε αγάντα. Με το κυνήγι σε εξέλιξη, πολλά πράγματα τα αφήσαμε παραπίσω και δικαίως μας έκαναν παράπονα. Καιρός έφτασε να επανορθώσουμε και να προβούμε σε κινήσεις διορθωτικές!!.
Είχαμε και απώλειες επώδυνες κατά την περίοδο του κυνηγίου, που προς στιγμή φάνηκε πως θα μας καταβάλλουν. Ευτυχώς όμως αντέξαμε και θα έλεγα ότι πήραμε και αρκετά μαθήματα, μη νομίσουμε στο φινάλε πως τα ξέρουμε όλα σε τούτη τη ζωή. Εντάξει, στην άλλη θα αγιοποιηθούμε και δεν θα έχουμε προβλήματα.
Ξεπερνώντας σιγά αλλά σταθερά τα επώδυνα, το φώς την μέρας μας δίνει ελπίδα, μας λέει πως οι οιωνοί είναι ευνοϊκοί, φτάνει να κάνουμε τη σωστή ερμηνεία και να μην επαναλάβουμε τα ίδια αμαρτήματα. Προφανώς θα παρασυρθούμε σε καινούριες αμαρτίες, διότι και πάλι ως γνωστό, ο άνθρωπος έχει έφεση προς αυτές!!. Όμως το παιχνίδι κάπως έτσι παίζεται και εμείς αποτελούμε μέρος του.
Απωλέσαμε σχέσεις αγάπης και μίσους, απωλέσαμε καλούς φίλους, και μας στοίχισε πολύ η επίγνωση της απώλειας. Το φώς όμως του μηνός Μαρτίου είναι ο νέος δρόμος που ανοίγεται και θα τον ακολουθήσουμε.
Διά ταύτα, όσο το φώς θα στέκεται οδηγός και θα προχωράμε σε νέες ατραπούς, θα σταματήσουμε τις αναφορές μας στον παρόντα δικτυακό τόπο, στο blog του κυνηγού, όπως είναι γνωστό σε λίγους και εκλεκτούς συνταξιδιώτες.
Θα επανέλθουμε όταν οι καιροί το επιτρέψουν και φυσικά όταν η νέα κυνηγετική περίοδος αρχίσει και πάλι.
Μέχρι τότε, εύχομαι καλά πάσης φύσεως κυνήγια. Διότι και πάλι ως γνωστό, ο άνθρωπος γεννήθηκε κυνηγός.