Πέμπτη, 12 Νοεμβρίου 2009

Έχεις μήνυμα ...

«Σε διαβάζω συνέχεια από την πρώτη φορά που σε είδα στο περιοδικό Κυνήγι πριν δύο περίπου χρόνια». Και δεν σε διαβάζω επειδή μου αρέσει η γραφή σου ή μου αρέσουν όσα γράφεις. Σε διαβάζω επειδή με νευριάζεις (!)»

Ομολογώ ότι ανάλογο μήνυμα δεν έχω πάρει άλλη φορά. Και θα θεωρούσα το μήνυμα πλήρες, αν ο φανατικός μου αναγνώστης (!) μου εξέθετε και τους λόγους που του χαλάω τη διάθεση. Ήταν όμως ένα μήνυμα ειλικρινές, έτσι τουλάχιστον πιστεύω. Και οφείλω να πω ότι με προβλημάτισε: «τι άραγε υπάρχει στην αρθρογραφία μου που προκαλεί εκνευρισμό; Μήπως η θεματολογία μου; μήπως ο τρόπος γραφής μου; Μήπως η εμμονή μου στα κακώς κείμενα στο κυνήγι μας; Μήπως άραγε ο κακός τρόπος που παρουσιάζω ή βλέπω τα πράγματα;» Ειλικρινά δεν ξέρω.

Τα άρθρα που δημοσιεύονται και φέρουν την υπογραφή μου, προέρχονται από προσωπικά βιώματα κυρίως και κατά δεύτερο λόγο από απόψεις, θέσεις, βιώματα φίλων κυνηγών στην Ελλάδα. Προσωπικά, κυνηγώ στην Πελοπόννησο λόγω εντοπιότητας. Αλλά με ενδιαφέρει άμεσα τι γίνεται σε όλη την επικράτεια. Και μαθαίνω νέα από φίλους σε όλα τα μήκη και πλάτη της χώρας μας, όπου υπάρχει κυνήγι.

Σε αυτό το «ταξίδι» στους κυνηγότοπους, εκείνο που πραγματικά με προβληματίζει, είναι η έλλειψη κυνηγετικής παιδείας και η χρόνια λαθροθηρία. Αυτά όμως τα δύο σοβαρά θέματα, συνήθως τα πιάνουμε εντελώς επιδερμικά και μόνο αν κάποιος λόγος σοβαρός προκύψει. Και συνηθίζουν μερικά κυνηγετικά Μ.Μ.Ε να χαϊδεύουν τον κυνηγό, δημιουργώντας ασυνείδητα - στεγανά στα πράγματα της κυνηγετικής οικογένειας – που όλοι μας γνωρίζουμε λίγο ή πολύ, ότι, δεν είναι όλα καλώς καμωμένα. Η πραγματική μας δύναμη δεν είναι η συγκάλυψη όσων στραβών υπάρχουν στο κυνήγι, αλλά, η εξωτερίκευση αυτών και οι δυνατότητες που έχουμε να δώσουμε λύσεις σε όσα «μολύνουν» το όνομά μας.

Ενώ ο κόσμος αλλάζει ραγδαία, εμείς ασχολούμαστε κατά πόσο η σημερινή ή και η αυριανή κυβέρνηση θα αντιμετωπίσουν με «συμπάθεια» το θέμα των 300.000 κυνηγών. Ενώ πρώτοι εμείς πρέπει να δείξουμε με τα έργα μας ποιοι είμαστε, τι αξίζουμε και τι θέλουμε. Κάθε φορά όμως στεκόμαστε στις νέες ρυθμιστικές, κατηγορούμε όσους κάνουν προσφυγές για το κυνήγι στην Ελλάδα και όσους έχουν διαφορετική άποψη από τη δική μας. Δεν είναι λογικό να υπάρχουν και ομάδες ανθρώπων και ενώσεις που να μην τους αρέσει το κυνήγι; Πρέπει λοιπόν να μας απασχολεί τόσο πολύ η γνώμη των άλλων; Αν είμαστε «καθαροί», αν κινούμαστε μέσα στους κανόνες που έχουν θεσπιστεί για το κυνήγι, δεν έχουμε να φοβηθούμε τίποτα και κανέναν. Όμως, τι πραγματικά είμαστε εμείς οι κυνηγοί; Και γιατί τα θέλουμε όλα δικά μας;

Η αυτοκριτική ποτέ δεν έβλαψε κανέναν. Αντίθετα, βοήθησε να ειδωθούν και να λυθούν πολλά προβλήματα. Ας κοιτάξουμε λοιπόν τα του οίκου μας να τα βελτιώσουμε, ώστε, αψεγάδιαστοι - να μπορούμε ισότιμα να μιλάμε με όσους αντιτίθενται στη δική μας ενασχόληση. Γιατί ξέρουμε καλά τα των οικολόγων «θέλω», αφού όμως δεν μπορούν να απαγορέψουν τελείως το κυνήγι, θα προσπαθήσουν να ελαττώσουν την κυνηγετική περίοδο αφενός και αφετέρου να περιορίσουν τους κυνηγότοπους.

Ο Έλληνας κυνηγός σε μεγάλο ποσοστό, ένα εχθρό έχει, τον ίδιο του τον εαυτό. Την αναχρονιστική νοοτροπία του που πιστεύει ότι το δάσος και η πανίδα του ανήκουν – την ίδια δηλαδή νοοτροπία με τον κακό οικολόγο. Και ποιος άραγε είναι σε θέση να ελέγξει τις βρωμιές που αφήνει ο κυνηγός στο πέρασμά του; Ποιος Φορέας επιτέλους θα ελέγξει τον αριθμό των θηραμάτων που καρπώνεται κάθε ομάδα στην έξοδό της στο βουνό – αλλά και κάθε κυνηγός κατά μόνας ή με μικρή παρέα; Έχει σκεφτεί άραγε ποτέ κανείς από τους «αγωνιστές του ελεύθερου παραδοσιακού κυνηγίου στην Ελλάδα», τι σφαγή γίνεται τα σαββατοκύριακα στο βουνό; Μήπως έφτασε η ώρα να αρχίσει ο ουσιαστικός έλεγχος και να μπορέσουμε να γίνουμε αληθινοί κυνηγοί και όχι αυτό που αντικρίζουμε όλοι μας στα κυνηγοτόπια;


Δημοσιεύθηκε στο ένθετο περιοδικό του Ελεύθερου Τύπου «Κυνήγι» την Τετάρτη 11 Νοεμβρίου 2009.