Πέμπτη, 19 Νοεμβρίου 2009

«Κλέφτες και αρματολοί»


Στα καμένα της Ηλείας επετράπη από φέτος πάλι το κυνήγι, αλλά και σε άλλες περιοχές που είχαν πληγεί από τις φωτιές το 2007. Πέρασαν δύο χρόνια, και πολλοί κυνηγοί είχαν τραβηχτεί προς τη Λακωνία και την Αρκαδία. Λογικό ήταν, που θα κυνηγούσαν;

Στα χωριά της ορεινής Ηλείας – στην γύρω περιοχή από Ανδρίτσαινα και Κρέστενα, ο αγριόχοιρος φαίνεται πως πολλαπλασιάστηκε και πλήθυνε. Και πολλές ομάδες κυνηγάνε και πάλι σε γνώριμα κυνηγοτόπια – όχι μόνο ντόπιοι, μα και άλλοι που είχαν βρει στην ευρύτερη περιοχή από παλαιότερα τόπους καλούς.

Υπάρχουν όμως λίγες ευτυχώς «ομάδες», πολυμελείς όπως με πληροφορούν φίλοι μου, που δεν κυνηγάνε, γενοκτονίες κάμνουν, και φεύγουν ευτυχείς και περήφανοι τα σαββατοκύριακα και τις Τετάρτες με λεία 7 και 8 θηράματα ανά κυνηγετική ημέρα. Καθόλου άσχημα θα ‘λεγα (!). Όταν στην κάθε τέτοια ομάδα υπάρχουν δυό και τρείς διμοιρίες με πλήρη αρματωσιά, κόσμος και κοσμάκης αποζητά και τον «μεζέ του». Τι στο καλό, άδικα φόρεσε τ’ άρματα του αντάρτη ο κυνηγός κεφαλών;

Ασφαλώς και οι ομάδες αυτές έχουν στις τάξεις τους «εκπαιδευμένους σωστά κυνηγούς». Πολύ πιθανό να έχουν μαζί τους και φορητούς καταψύκτες – που θα τοποθετήσουν άλλωστε τόσο κρέας; Πιθανότατα να έχουν και αντίσκηνα εκστρατείας για τις δύσκολες νύκτες με τις υγρασίες και τους παγετούς – που έκαναν και αυτοί την εμφάνισή τους. Βέβαιο είναι πως ο εξοπλισμός των ομάδων αυτών δεν σταματά μόνο σε αυτά. Τις νύκτες, αν έχουν αϋπνίες, δεν πρέπει να έχουν μαζί τους και καλούς προβολείς – που ίσως χρησιμοποιήσουν σε νυχτερινούς περιπάτους;

Ο κατάλογος με τον εξοπλισμό εύκολα μπορεί να μεγαλώσει, δεν είναι εκεί το θέμα άλλωστε. Που είναι αλήθεια το θέμα; Μα στο ότι «συνάδελφοί μας κυνηγοί» περνάνε καλά στην εξοχή (!). Και φυσικά καμαρώνουν για τις επιτυχίες τους. Και επιστρέφουν στην «οικογενειακή θαλπωρή κουρασμένοι μα και γιομάτοι ευτυχία».

Σε αντιδιαστολή με τους παραπάνω «κλέφτες και αρματολούς», υπάρχουν και οι ομάδες που παλεύουν για το ένα καπρί, και αν ευτυχήσουν και το καρπωθούν, πλάθουν ιστορίες στην παρέα τους. Μα αν δεν τα καταφέρουν, κέρδος έχουν τη γλυκιά κούραση στα όμορφα μονοπάτια της πατρίδας μας, την ψυχική ευφορία από το καθαρό αέρα και το λαχάνιασμα κόντρα στο ξεροβόρι.

Ουσιαστικά, κατά την ταπεινή μου γνώμη, το κυνήγι αυτό είναι: ο συνδυασμός με το αντάμωμα της φύσης και η καλή λειτουργία μίας παρέας φίλων που μοιράζονται κοινά ενδιαφέροντα και βλέπουν το δάσος σαν μέρος της ζωής τους.

Το εμπόριο, η επιχειρηματικότητα, η ανταγωνιστικότητα, ο εγωισμός, δεν έχουν θέση στην ανηφοριά της πλαγιάς και στο γκρεμισμένο πέτρινο αλώνι που θα συναντήσει ο πραγματικός κυνηγός ή στην πηγούλα που θα σκύψει να ξεπλύνει το πρόσωπο του ή στη μοναξιά του στο καρτέρι που γεύεται ήχους και μυρωδιές και παλεύει πολλές φορές με το «μέσα του».

Στην Ελλάδα η κλεφτουριά άφησε κατάλοιπα. Και πάντοτε ζούσε σε βάρος του συνόλου των τοπικών κοινωνιών. Τα κατάλοιπα αυτά και την ίδια νοοτροπία, δυστυχώς τα αντικρίζουμε στο βουνό όλοι εμείς που θέλουμε να λεγόμαστε κυνηγοί. Όμως, τα άθλια αυτά υποκείμενα, έχουν εκλογικό βιβλιάριο και ψηφίζουν, πιθανότατα να είναι και «σεβαστά μέλη» της κλειστής τους κοινωνίας, να αναθρέφουν παιδιά και να τους «μεταλαμπαδεύουν» τις δικές τους αρχές. Ασφαλέστατα και θα είναι και εύποροι πολίτες με υψηλά εισοδήματα - με τόσο κρέας που «συλλέγουν» και διοχετεύουν στην αγορά.

Τραγουδούσε κάποτε ο Σαββόπουλος: «δεν υπάρχει ελπίς – στην Ελλάδα ζεις». Και ο στίχος αυτός εκφράζει απόλυτα αυτό που συμβαίνει με το κυνήγι στην Ελλάδα. Και ας λέγουν άλλα κάποιοι, που τα θωρούν όλα καλώς καμωμένα.


Δημοσιεύθηκε στο ένθετο του Ελεύθερου Τύπου «Κυνήγι» την Τετάρτη 18 Νοεμβρίου 2009.