Πέμπτη, 14 Ιανουαρίου 2010

Οικ(ω)λογία και το τέλος μιας ερωτικής ιστορίας

Αναδημοσίευση
Από τον P.J. O’Rourke

Η τύχη του Ντιτρόιτ δεν έχει να κάνει με την οικονομία. Αποτελεί ένα τραγικό ρομάντσο, που τη μαγεία του σκότωσαν οι γραφειοκράτες, η κακογουστιά και οι απατεωνίσκοι. Την επαύριο της χρεοκοπίας της General Motors, ο Π. Τζ. Ο’ Ρουρκ εξηγεί γιατί πήρε τέλος ο αμερικανικός έρωτας με το αυτοκίνητο.

Η φράση «χρεοκοπία της General Motors» που ακούσαμε τη Δευτέρα έφερε τους Αμερικανούς της γενιάς μου σε κατάσταση οικονομικού σοκ. Οι λέξεις ήταν τόσο μελό όσο και το «οι γυμνές φωτογραφίες της μαμάς». Και πράγματι, αν θέλουμε να καταλάβουμε τι βούλιαξε το αμερικανικό αυτοκίνητο, πρέπει να αφήσουμε κατά μέρος τα οικονομικά και να πάμε στο μελόδραμα.

Πολιτικοί, δημοσιογράφοι, οικονομικοί αναλυτές και λοιποί επαγγελματίες της κοινοτοπίας, αντιμετωπίζουν τα αυτοκίνητα ωσάν μία κάμπριο να ήταν επιχειρηματικόν πράγμα. Δεν μας κάνουν τα MBΑ, θέλουμε έναν ποιητή. Η μοίρα του Ντιτρόιτ δεν έχει να κάνει με την χρηματοπιστωτική κρίση, τον ξένο ανταγωνισμό, την εταιρική απληστία, την αδιαλλαξία των συνδικάτων, τα ενεργειακά κόστη ή το μέτρημα των αποτυπωμάτων του άνθρακα. Αποτελεί ένα τραγικό ρομάντσο – με απευθερωμένα πάθη, τιτανικές συγκρούσεις, χαμένες αγάπες και άγρια άλογα.

Εν αρχή ήν τα άλογα. Δεν μπορούμε να καταλάβουμε τα αυτοκίνητα χωρίς τα άλογα. Κάπου 100 και πλέον χρόνια πριν ο Ράντγιαρντ Κίπλινγκ έγραφε τη «Μπαλάντα των Χωρατών του Βασιλιά», όπου ένας αγφανός φύλαρχος διαβεβαίωνε: τέσσερα είναι τα μεγαλύτερα πράγματα στον κόσμο – οι Γυναίκες, και τα Άλογα, και η Δύναμη, και ο Πόλεμος.

Πρόσθεστε άλλη μία «δύναμη» μετά το άλογο και το στιχάκι ισχύει εξίσου τόσο για τα Περάσματα των Ινδιών όσο και για τα αμερικανικά προάστια της δεκαετίας του 1950, της παιδικής μου ηλικίας.

Η ιπποδύναμη δεν είναι ένα αλλόκοτο γλωσσικό απομεινάρι ή μια αόριστη αναχρονιστική μεταφορά. Ο Τζέιμς Βάτ, πατέρας της ατμομηχανής και γεννήτορας της Βιομηχανικής Επανάστασης, χρειάζονταν κάποιο μέτρο για την μετακίνηση ενός βάρους σε μια απόσταση εντός δεδομένου χρόνου – αυτό που αποκαλούμε ενέργεια. (Αυτό που σήμερα αποκαλούμε ενέργεια δεν υπήρχε ούτε σαν έννοια έως και τον ύστερο 18ο αιώνα – για να μη νομίζουμε δηλαδή ότι η τρέχουσα κατάρρευση του παγκοσμιοποιημένου καπιταλισμού αποτελεί την πιο ριζοσπαστική συγκυρία της ιστορίας). Ο Τζέιμς Βατ, λοιπόν, βάλθηκε να κάνει έρευνα και βρήκε ότι, υπό ιδεώδεις συνθήκες, ένα αγωγιάτικο άλογο μπορούσε να σύρει 33,000 λίβρες (1 λίβρα=0.45 κιλό) σε απόσταση ενός ποδιού (30,48 cm) μέσα σε ένα λεπτό. Ο κύριος Βατ - η ομώνυμη μονάδα μέτρησης βατ δεν υπήρχε ακόμη- ονόμασε αυτή τη μονάδα ενέργειας «1 ιπποδύναμη».

Το 1970 μια Pontiac GTO είχε 370 ιπποδύναμη. Μέσα σε ένα λεπτό μπορούσε να μεταφέρει σε απόσταση ενός ποδιού 12,210,000 λίβρες. Και μπορούσε να μεταφέρει αυτές τις λίβρες σε κάθε διαδοχικό πόδι όλων των δρόμων της γης ως τα πέρατα του κόσμου για κάθε λεπτό της κάθε ώρας μέχρι ο οδηγός της να μείνει από λάστιχο. Σαράντα χρόνια πριν, το κάθε σπυριάρικο παιδάκι της γειτονιάς, με 3,500 δολάρια που κατάφερνε να μαζέψει κάνοντας οικονομίες στις κόκα κόλα, μπορούσε να πάει πολύ πιο πέρα κι από τα πιο άγρια όνειρα του Τζέγκις Χαν, που οι ορδές του κάλπαζαν προς λεηλασία με λιγότερο σφρίγος.

Τα άλογα και η ιπποδύναμη και τα δυο τους έχουν να κάνουν με το κύρος και με το ‘να είσαι χαλαρός’. Ο ιππότης της αρχαίας Ρώμης ονομάζονταν εύγλωττα Equesitis, το «παλληκάρι στο άλογο». Το ίδιο σημαίνουν επίσης τα Chevalier και Cavalier. Με το πέρασμα στον καπιταλισμό τα λεξικά μας περιέγραψαν τον ιππότη ως εξής: «ανέμελος και αεράτος, διακρινόμενος από αλαζονική αδιαφορία για τα πράγματα, τα δικαιώματα και τα συναισθήματα των άλλων, υπεροπτικός και υπερφίαλος». Και μετά έχουμε τους κάου-μπόις – πάντα χαλαροί. Και το αμερικανικό ιππικό που σπεύδει προς σωτηρία τους.

Οι πρώτοι αυτόπτες μάρτυρες του αυτοκινήτου φώναζαν στους αυτοκινητιστές να αφήσουν το αυτοκίνητο και να πάρουν ένα άλογο. Αλλά όντως αυτό ήταν που μας πρόσφερε το αυτοκίνητο – ένα άλογο για τον καθένα μας. Με την εισαγωγή του Model T του Φορντ το 1908, όλοι μας γίναμε Σερ Λάνσελοτ, κερδίζοντας μια θέση στη Στρογγυλή Τράπεζα και το προνόμιο να κονταροχτυπιόμαστε για τις χάρες μιας ωραίας κυράς (στους κινηματογράφους drive-in). Η περηφάνεια και το κύρος του ευγενή καβαλάρη παραχωρήθηκαν στους κοινούς άντρες. Και στις γυναίκες, επίσης. Κανένας ποτέ δεν προσπάθησε να πείσει τις κυρίες να οδηγούν καθισμένες στο πλάι, με τα δυο πόδια τους να κρέμονται έξω από την πόρτα του αυτοκινήτου.

Σε ό,τι αφορά τον εξευγενισμό μας, το αυτοκίνητο είναι καλύτερο από το άλογο. Τα πλεονεκτήματά του είναι πολλά: χαμηλότερο κόστος, μεγαλύτερη βολή, δεν κινδυνεύεις από κλωτσιές, ούτε μυρίζεις. Ακόμη πιο μεγάλη σημασία έχει το πόσο ευκολότερο είναι να οδηγείς αυτοκίνητο από το να ιπππεύεις. Μιλώ με γνώση του πράγματος. Άρχισα να ιππεύω όταν πλησίαζα τα 60 μου ενώ είχα αρχίσει να οδηγώ όταν ήμουν τόσο μικρός που ο ξάδερφός μου Τόμι έπρεπε να ξαπλώνει στο δάπεδο του σασμάν για να πατάει το γκάζι και το φρένο με τα χέρια του.

Όταν οι μεγάλοι πήγαιναν για ύπνο, εγώ κι ο Τόμι γλυστρούσαμε κρυφά στη Bouick, τη βάζαμε στο νεκρό, τη σπρώχναμε στο δρόμο, έπαιρνε μπρος η μηχανή και κάναμε βόλτα στη γειτονιά. Η δυσκολία του πράγματος μπορεί να φανεί από το τι συνέβη στο Τόμι και μένα. Τίποτα απολύτως. Και μετά καταφέρναμε μια χαρά να οδηγήσουμε το αυτοκίνητο σπίτι, σβήνοντας τη μηχανή και σπρώχνοντάς το στο δρόμο. Στη διάρκεια της περιπέτειάς μας ο ταχογράφος της Buick έπιανε τα 30 μίλια την ώρα. Αλλά 30 μίλια την ώρα είναι πλήρης καλπασμός για το άλογο. Ξεχάστε ό,τι έχετε δει για τα άλογα στις ταινίες. Δεν είναι σίγουρο ότι ένα παιδί μπορεί να ιππεύσει άλογο σε πλήρη καλπασμό και να βγει ζωντανό.

Τα αυτοκίνητα σφετερίστηκαν τη θέση που είχαν κάποτε τα άλογα στην καρδιά μας. Όταν ρίχναμε μια ματιά στα καλοφτιαγμένα ελαστικά τους, περιεργαζόμασταν τις καμπύλες του αμαξώματος ή χαζεύαμε τους προεξέχοντες προβολείς, η παλιά γκρίζα φοράδα δεν ήταν πια ό,τι ήταν ως τότε. Σαλπάραμε για τη ζωή στη λωρίδα ταχείας κυκλοφορίας με τη νέα μας ερωμένη. Ήταν η ιστορία ενός μεγάλου έρωτα ανάμεσα στον άνθρωπο και τη μηχανή. Ο δρόμος για το μέλλον ήταν στρωμένος με ροδοπέταλα.

Μετά παντρευτήκαμε και μετακομίσαμε στα προάστια. Η ζωή μακριά από τις μεγάλες πόλεις σήμαινε ότι οι Αμερικανοί περνούσαν τον περισσότερο καιρό τους οδηγώντας. Καθώς κυλούσαν τα χρόνια, πηγαίναμε όλο και πιο μακριά. Κι αυτό τελικά σήμαινε ότι οι Αμερικανοί περνούσαν όλο τον καιρό τους οδηγώντας. Η συνάντηση για μπάλα απείχε 40 μίλια από τον παιδότοπο. Το ραντεβού για κολύμπι ήταν στα 40 μίλια από το μάθημα τσέλου. Το μοντεσοριανό σχολείο απείχε 40 μίλια από το δάσκαλο των μαθηματικών. Η δουλειά της μαμάς απείχε 40 μίλια από τη δουλειά του μπαμπά και το οικογενειακό γκαράζ των τριών θέσεων ήταν στα 40 μίλια από τις δουλειές και των δυο τους.

Το αυτοκίνητο έπαψε να είναι αντικείμενο του πόθου και εξοπλισμός περιπέτειας και έγινε γραφείο, χώρος διαλλείμματος, κόμβος επικοινωνίας, γωνιά για πρωινό και υλικό προς ανακύκλωση – μια αυτοκινούμενη θήκη για το καπελάκι του καφέ εν τέλει. Οι Αμερικανοί, ο πλουσιότερος λαός του κόσμου, κόλλησαν μέσα στα όρια του τζιπ τους, στριμωγμένοι σε πολύ λιγότερο χώρο από ό,τι οι εργαζόμενοι των τηλεφωνικών κέντρων τεχνικής υποστήριξης στους εταιρικούς θαλάμους του Μουμπάι. Τι σημασία έχει το σπίτι με τις έξι κρεβατοκάμαρες, τα οκτώ μπάνια, την ψευδο-Τυδώρ διακόσμηση των τεράστιων καθιστικών και το κλιματιζόμενο κελλάρι με τα 1000 κρασιά; Είναι τόσο μακριά μας.

Μπουχτίσαμε με τα αυτοκίνητά μας και ίσως να τους θυμώσαμε. Οι κομπανίες των πονηρών απατεωνίσκων του περιβαλλοντικού, νεοπολεοδομικού, ουτοπικού κοινοτισμού τα βάζουν με το θύμα. Ισχυρίζονται ότι είναι το αυτοκίνητο που μας οδήγησε να ζούμε σε ευρέως διασκορπισμένους οικισμούς μέσα σε μια απέραντη έρημο μαγαζιών-κουτιών. Ενώ αν πιάναμε όλοι μας τα ποδήλατα ή τα ηλεκτροκίνητα αμαξίδια, λένε, η Αμερική θα μετατρέπονταν σε ένα αρχιπέλαγος ζεστών γκουλάγκ τύπου Πόρτλαντ (ΣΣ: το Πόρτλαντ θεωρείται η πιο πράσινη πίλη των ΗΠΑ), ένα μοντέλο όπου θα κουρνιάζαμε όλοι μαζί με έναν πιο βιώσιμο, ελεύθερο από άνθρακα, ποικιλόμορφο και οικολογικά προστατευμένο τρόπο.

Αλλά δεν ήταν τα αυτοκίνητα που διέγραψαν τους όρους της ύπαρξής μας. Τα αυτοκίνητα μάς επιτρέπουν να δραπετεύουμε με τη ζωή μας. Καταφύγαμε στα προάστια γιατί βρεθήκαμε σε πόλεμο με τις πόλεις. Είμασταν σε πόλεμο με τα σάπια δημόσια σχολεία, τις ανόητες δημοτικές γραφειοκρατίες, τους διεφθαρμένους πολιτικούς μηχανισμούς, την καλπάζουσα εγκληματικότητα και τους πονηρούς απατεωνίσκους. Τα αυτοκίνητα μας χάρισαν τους δραγόνους και τους ουσάρους μας, μας πρόσφεραν ταχύτητα και κινητικότητα, μας επέτρεψαν να ανιχνεύσουμε το έδαφος και να αναγνωρίσουμε τις γραμμές του εχθρού. Και χάρη στα αυτοκίνητά μας, όταν χάσαμε τις πόλεις, αντί να αναγκαστούμε να παραδοθούμε, μπορέσαμε κι αποσυρθήκαμε.

Αλλά τα καϋμένα μας τα αυτοκίνητα πλήρωσαν το κόστος. Ήταν απαστράπτοντα ξίφη και τα μετατρέψαμε σε κοινά υνιά. Τα αυτοκίνητα έγιναν συσκευές. Ή ακόμη χειρότερα. Κανείς δεν τα βάζει με το στεγνωτήριο, το πλυντήριο πιάτων, κι ακόμη λιγότερο το ψυγείο. Αυτά τα αναγνωρίζουμε ως συσκευές που μας εξοικονομούν δουλειά. Το αυτοκίνητο, από την άλλη μεριά, μοιάζει σαν να μας δημιουργεί περισσότερη δουλειά. Θεωρούμε το αυτοκίνητο υπεύθυνο για όλα τα μίζερα τρεχάματά μας. Κρίμα, τα γκολφ καρτ έχουν περισσότερη πλάκα. Οδηγείς γύρω γύρω στο γήπεδό σου, φορτωμένος με τα μπαστουνάκιά σου, αλλά ελεύθερος από τους αναλυτές ανάσας, κυνηγώντας καναδικές χήνες στο χλοοτάπητα και σημαδεύοντας τυφλοπόντικες με το μπαστούνι σου.

Χάσαμε την αγάπη μας για τα αυτοκίνητα και λησμονήσαμε το χρέος μας σε αυτά κι εν τω μεταξύ οι πονηροί απατεωνίσκοι παίρνουν την εκδίκησή τους. Τους ξεφύγαμε κάποτε, όταν μέναμε στο κέντρο της πόλης, αλλά δεν θα τα καταφέρουμε να ξεφύγουμε τόσο γρήγορα την επόμενη φορά. Στο όνομα της ασφάλειας, του ελέγχου των εκπομπών αερίου και της οικονομίας των καυσίμων, η απλή μηχανική κομψότητα του αυτοκινήτου έχει καταστεί κάτι το περισπούδαστο,το βαρύ και το ακατανόητο.

Δεν πιστεύω ότι αυτοί οι απατεωνίσκοι νοιάζονται για την κλιματική αλλαγή. Ακόμη λιγότερο νοιάζονται για το αν εγώ θα βγω ζωντανός από τα σχέδιά τους για τις τρελές φορολογίες που θα χρηματοδοτήσουν τη μετάβαση.Το μόνο που θέλουν είναι να με κάνουν να μισήσω το αυτοκίνητό μου. Πόσο περήφανος κι όμορφος θα έδειχνε άραγε ο Βουκεφάλας με κάθισμα και ζώνες ασφαλείας, αερόσακους, κι ένα πράγμα ελέγχου της μόλυνσης κάτω από την ουρά του;

Και να που ήρθε το τέλος της αμερικανικής αυτοκινητοβιομηχανίας. Γιατί αν δούμε τα πράγματα από την κοινότοπη, πρακτική και άσχημη πλευρά τους, αυτή που ενοχλεί και με κουράζει, αναγνωρίζουμε ότι τα γιαπωνέζικα αμάξια κοστίζουν λιγότερο – κι έχουν και πιο βολικά τοποθετημένες τις θήκες για το κυπελάκι του καφέ.

Το αμερικανικό αυτοκίνητο δεν είναι – ή μάλλον δεν υπήρξε – ποτέ προϊόν βιομηχανίας ιαπωνικού τύπου. Ο αμερικανικός άνθρακας, το ατσάλι, η μπύρα και τα PC μπορεί να προήλθαν από την εταιρική μας πλουτοκρατία, αλλά τα αμερικανικά αυτοκίνητα κατασκευάστηκαν ως επί το πλείστον από κάποιους ρομαντικούς τρελούς. Ο David Buick, ο Ransom E. Olds, ο Louis Chevrolet, οι Robert και Louis Hupp του Hupmobile, οι αδελφοί Dodge, οι αδερφοί Studebaker, οι αδερφοί Packard, οι αδερφοί Duesenberg, ο Charles W. Nash, ο E. L. Cord, ο John North Willys, ο Preston Tucker και ο William H. Murphy, που οι Cadillac τους σχεδιάστηκαν από το νεαρό Henry Ford, όλοι τους αυτοί χρεοκόπησαν κατασκευάζοντας αυτοκίνητα. Ο άνθρωπος που ίδρυσε τη General Motors το 1908, ο William Crapo Durant, χρεοκόπησε δυο φορές. Ο Henry Ford, βεβαίως δεν χρεοκόπησε, ούτε ήταν ρομαντικός, αλλά αν τον κρίνουμε από τις ιδέες του ήταν σίγουρα τρελός. Τελικά όμως η αμερικανική ρομαντική τρέλα με τα αυτοκίνητα τελείωσε – ή πλησιάζει στο τέλος της.

----------------------------------------------------------------------------------
Ο P.J. O’Rourke είναι συγγραφέας 13 βιβλίων, συμπεριλαμβανομένου του “Driving Like Crazy.” («Οδηγώντας σαν τρελός»).