Τετάρτη, 20 Ιανουαρίου 2010

Οι υγρασίες του λιμανιού ...

Πρωί Κυριακής, αχάραγα ακόμα, ο δρόμος με έβγαλε στο λιμάνι της Ραφήνας. Ο νοτιάς είχε μουσκέψει οτιδήποτε υπήρχε στο χώρο, από το χώρο στάθμευσης μέχρι και τους κάβους του πλοίου που μόλις σάλπαρε για τα απέναντι νησιά Άνδρο, Τήνο και Μύκονο.


Κυριακή πρωί στη θάλασσα για ένα βουνίσιο όπως η χάρη μου, ήταν πολυτέλεια. Τέτοιες ώρες γύριζα στο βουνό για τις πρώτες ιχνηλασίες – τώρα, βρέθηκα να χαζεύω τους ερασιτέχνες ψαράδες στο μόλο: «τι ψαρεύετε παιδιά;» ρώτησα από περιέργεια. Δεν μου απάντησε κανείς (!). «Το ‘χουν φαίνεται σε κακό να πουν» σκέφτηκα και τους άφησα στη τέχνη και στη τύχη τους.

Αφού έκανα μία μεγάλη βόλτα, χάιδεψα ένα σωρό σκυλιά που απάντησα, κοντοστάθηκα στους γλάρους που ορμούσαν με δύναμη στα θαλασσινά που τους πέταγε ένας άλλος ψαράς – αυτός φαινόταν για επαγγελματίας και άδειασε κάποιο τελάρο, κατέληξα τελικά στον παλιό καφενέ και διάλεξα ένα τραπέζι δίπλα σε γερόντους που έπιναν τον καφέ τους στα κρασοπότηρα. Παρήγγειλα με τη σειρά μου ένα «μέτριο ελληνικό» και βράχηκαν τα χέρια μου από την υγρασία του τραπεζιού.

‘Ήρθε ο καφές – 1,20 παρακαλώ, και απλώθηκα ανάβοντας ένα τσιγάρο. Οι γέροντες δίπλα μου διαφωνούσαν με ένταση και έγινα ωτακουστής δίχως να το θέλω: «μα να μου πεις εμένα ότι η παλαμίδα είναι ακριβότερη από το ρίκι, πότε έγινες εσύ ψαράς;», ακούστηκε η οργισμένη φωνή του γέροντα που οι αυλακώσεις στο πρόσωπο του μαρτυρούσαν ναυτικό έμπειρο. «δεν σε παρεξηγώ με αυτά που λες, εσύ κυνηγός ήσουν και σκότωνες ψαρόνια, πότε έγινες ψαράς, τώρα στα γεράματα;» αποκρίθηκε ένας νεότερος σε ηλικία – γύρω στα εβδομήντα χρόνια και φορούσε κοντομάνικο μπλουζάκι και στο μεγάλο δάκτυλο του αριστερού του χεριού δακτυλίδι χρυσό. Είχε και μούσι που είχε νοτίσει από τον χαλασμένο καιρό. Την λύση στη διαφωνία τους την έδωσε ο ψαράς από παρακείμενο ψαράδικο: το ρίκι έχει σταθερή τιμή γύρω στα δέκα ευρώ, και είναι ακριβότερο από την παλαμίδα». Σηκώθηκα να φύγω, δεν ήθελα να γίνω μάρτυρας της «σφαγής» που θα επακολουθούσε.


Τα γλαροπούλια γέμισαν πάλι τον τόπο, άλλος ψαράς τώρα είχε πετάξει τη τροφή τους και βάδιζα προσεκτικά να μην τα πατήσω. Κοντοστάθηκα στους ερασιτέχνες που είχα πρωτομιλήσει και με διακριτικότητα είδα τα καλάθια τους αδειανά. Στο λιμάνι ένα μεγάλο ψαροκάικο πέταγε τους κάβους για να δέσει – θα ‘φερνε καινούρια πραμάτεια. Σε παρακείμενο κότερο με εγγλέζικη σημαία, οι ένοικοι μόλις είχαν ξυπνήσει φαίνεται και ακουμπώντας στα ρέλια έριχναν νωχελικές ματιές ένα γύρω. Είχαν χρόνο.

Όπως σκέφτομαι τα πράγματα, από του χρόνου θα γίνουμε όλοι οικ(ω)λόγοι, αφού αιωρείται στον αιθέρα κλίμα αβεβαιότητας για την επόμενη σεζόν. Και αυτοί που «νοιάζονται» και ξέρουν ή νομίζουν πως ξέρουν, αφήνουν τάχα μου αιχμές, αφήνουν λόγια σκόρπια να αιωρούνται, επειδή έχουν «πηγές» και τους τα λένε όλα, επειδή εκεί στο υπουργείο κάποιος που ξέρει κάποιον που είναι κουμπάρος του κλητήρα του απέναντι κτιρίου, άκουσε από τον καφετζή το και το.


Θα γίνουμε οικολόγοι και αργόσχολοι – παρατηρητές στους πρωινούς νοτιάδες, να ταΐζουμε και εμείς τα γλαροπούλια σάπια ψάρια από τα τελάρα, και να νιώθουμε τις υγρασίες των πρωινών από τα άδεια λιμάνια. Και που ξέρει κανείς, μπορεί εκεί στον καφενέ – στο διπλανό τραπέζι, να κάθονται ξωμάχοι πρόεδροι ομοσπονδιών και να εξιστορούν τα περασμένα μεγαλεία τους, τους μεγάλους αγώνες που έδιναν κάποτε για το κυνήγι στην Ελλάδα, και στο άκουσμα των παραμυθιών αυτών, να ξεσπά σε γέλιο τρανταχτό ακόμα και ο ψαράς που κυνηγούσε ψαρόνια.

Δυστυχώς ή ευτυχώς, οι δικές μου πηγές βρίσκονται στο χωριό μου, και είναι πέτρινες, καλοφτιαγμένες, από γερούς μαστόρους λαγκαδινούς,. Και το νερό τους δροσερό χειμώνα καλοκαίρι, μοσχοβολά φρεσκάδα και δροσιά. Δεν σε ξεγελά ποτέ. Και αν μπορούσαν οι πηγές αυτές να διηγηθούν όσα στους αιώνες που πέρασαν είχαν ακούσει από διψασμένους στρατοκόπους ή αγωγιάτες ή κουρασμένους κυνηγούς, οι ξωμάχοι συνδικαλιστές μας δεν έπρεπε να φανούν πάλι στον καφενέ. .

Μεγαλώσαμε, ζήσαμε πολλά στη ζωής μας, κυρίως τα παραμύθια και τα μεγάλα λόγια, συνηθίσαμε το ψέμα και το περνούμε για αλήθεια. Στράβωσε ο κόσμος και βαδίζει ανάποδα. Η Φύση όμως είναι η μόνη μας αλήθεια, θέλουμε δεν θέλουμε. Και πασχίζουμε με κάθε τρόπο να την «διαφυλάξουμε». Μα πόσο μικροί είμαστε. Πιστεύουμε αφελέστατα πως με τεχνικά μέσα, με ανόητες ρυθμιστικές κατ’ έτος, με τους φανατικούς της οικολογίας, με τους πλιατσικολόγους εμπόρους κυνηγούς, με τα κούφια ξύλινα λόγια της άρρωστης πολιτικής που έγινε ωμότερη από ποτέ άλλοτε, θα διαφυλάξουμε τη φύση. Σαν να λέμε δηλαδή ότι, εμείς, μπορούμε, έχουμε τις δυνάμεις και τις ικανότητες να προστατεύσουμε τον δημιουργό της ζωής. Μήπως εμείς οι άνθρωποι είμαστε περισσότερο του δέοντος αφελείς, πιστεύοντας ότι μπορούμε να αλλάξουμε τους ρόλους; Την ισορροπία; Την νομοτέλεια;

Όσες αλλαγές και να επιφέρει στα του κυνηγίου η κυρία υπουργός με τους σεβαστούς συμβουλάτορές της, όσους κρυφούς και φανερούς πόθους αν έχουν οι οικ(ω)λόγοι με την φασίζουσα νοοτροπία τους, όσο αδρανείς και εκτός τόπου και χρόνου μπορεί να βρίσκονται οι συνδικαλιστοπατέρες μας που έχουν κολλήσει εδώ και «αιώνες» στην «νέα ρυθμιστική» που καθ’ έτος μόνο αναστάτωση προκαλεί σε όλους μας – και μας θέλουν να κοιτάζουμε πάντα χαμηλά, ο δικός μας προορισμός – του ανθρώπου αλλά και του κυνηγού, είναι, να ξεδιψάμε από τις δικές μας πηγές που δεν αφήνουν υπονοούμενα, δεν είναι θολές, έχουν ξάστερο νερό που το γευόμαστε και κοιτάζουμε τον ουρανό. Όχι το ουράνιο στερέωμα που γιόμισε τοξικά από τα βιοκαύσιμα και την πράσινη ανάπτυξη, αλλά πέρα απ’ αυτά, τον καθαρό και απέραντο ουρανό.

Μου αρέσουν τα λιμάνια και η ζωή τους, αγαπώ πολύ τους γερόντους ξωμάχους που γιομίζουν με εικόνες τις ιστορίες τους. Περισσότερο θα αγαπήσω και τους δικούς μας αιρετούς εκπροσώπους όταν γίνουν και πάλι κυνηγοί – όταν αποβάλλουν δηλαδή την ξύλινη γλώσσα που την έμαθαν καλά τόσα χρόνια που συνδιαλέγονται με την εξουσία για τα αυτονόητα.
----------------------------------------------------------------


Δημοσιεύθηκε στο ένθετο περιοδικό του Ελεύθερου Τύπου «Κυνήγι» την Τετάρτη 20 Ιανουαρίου 2010.
----------------------------------------------------------------
Σημείωση: η τρίτη φωτό είναι της Suzanne Holm