Σάββατο, 10 Απριλίου 2010

Από το χθες στο σήμερα …

Της νύκτας τα καμώματα

Κάποτε στον Έβρο, κοντά στη μαγική Δαδιά, φαντάροι ετοιμοπόλεμοι καθώς ήμασταν – κάναμε «ανταρτοπόλεμο». Την ημέρα ξεκούραση και ύπνο στα σκηνάκια μας που τα στήναμε σε μέρη κρυφά και απρόσιτα – και όλη τη νύκτα, πορείες, ασκήσεις, εξεύρεση τροφής – αληθινό πλιάτσικο δηλαδή, όλα σε συνθήκες πολέμου.

Μας άρεσαν εκείνες οι ασκήσεις διότι ξεφεύγαμε από την πειθαρχία του τάγματος αφενός και αφετέρου αποκτούσαμε ελευθερία κινήσεων, ζούσαμε μέσα στη φύση που μας έτρεφε – και οι εμπειρίες και οι συγκινήσεις όξυναν παράλληλα και το νου μας.

Είχαμε κλέψει μία γίδα ένα βράδυ και την κρεμάσαμε στη ρεματιά – δίπλα στον καταυλισμό μας, να στεγνώσει από το αίμα και το επόμενο πρωινό θα την «τιμούσαμε» σουβλιστή. Πεινούσαμε.
Στον καταυλισμό την κάθε νύκτα, έμενε πίσω ένας από την διμοιρία μας να φυλά. Τη βραδιά εκείνη με τη γίδα στη ρεματιά, ήταν η σειρά μου να φυλάξω σκοπός. Το FN PARA που είχα, ήταν καλό όπλο και γεμάτο. Στη μοναξιά της άγριας νύκτας, στο φύλαγμα και στην ένταση από το άκουσμα άγνωστων ήχων, ένιωθα έντονα την παρουσία κάποιας ύπαρξης να με παρακολουθεί. Το μισοφέγγαρο δεν ήταν καλός βοηθός και με προσοχή γυρόφερνα τον ζωτικό μου χώρο. Η ένταση όμως μεγάλωνε, έγινε άγνωστος φόβος. Όπλισα και ήμουν έτοιμος για οτιδήποτε – νεώτερος και το αίμα ίδρωνε το πρόσωπό μου.

Εστίασα την προσοχή μου στο αμυδρό φως που διέκρινα απέναντί μου. Σήκωσα το όπλο και σημάδεψα – δυό μάτια με κοιτούσαν έντονα, τα μάτια ενός λύκου!. Κατέβασα το όπλο μου και τον παρατηρούσα. Κοιτούσε μία εμένα και μία τη γίδα στη ρεματιά. «Μη τολμήσεις» του φώναξα. Δεν τόλμησε, με αγνόησε επιδεικτικά και χάθηκε στο σκοτάδι.
Διηγιόμουν το περιστατικό στην ομάδα όταν έφτασε κατά το ξημέρωμα. «Θα ψήσουμε τη γίδα τώρα» άκουσα τον έφεδρο ανθυπολοχαγό Παναγιώτη Κορτσιμελίδη μας να λέει. Να μαζέψουμε ξερά ξύλα για τη θράκα και κάποιος να βρει κατάλληλο ξύλο για τη σούβλα».

Τα ξύλα της θράκας όμως δεν ήταν όλα ξερά με αποτέλεσμα να δει από μακριά το στρατιωτικό κλιμάκιο που παρακολουθούσε την άσκηση, τον άσπρο καπνό που σηκώθηκε ψηλά - και να τιμωρήσει στη συνέχεια με φυλακή τον ανθυπολοχαγό. Ο επικεφαλής του κλιμακίου, ένας ταγματάρχης (τι παιδί και αυτός, υποδιοικητής της μονάδας μας), μας ζήτησε και μερίδιο από τη λεία, δεν του δώσαμε. Στην επιστροφή τιμώρησε κι εμάς ο χοντρός (!).
Αν συνηθίσεις τη νύκτα να περπατάς και να πλιατσικολογείς νιώθεις λεύτερος. Σε άλλες όμως συνθήκες. Στην εποχή μας και στη ζωή μας, να κυκλοφορείς με όπλο τη νύκτα στο δάσος, σημαίνει άλλα πράγματα, όχι και τόσο καθαρά (!). Λαθροθήρας θα’ σαι ή παραγωγός χασίς. Ή σε ακραία περίπτωση να’ σαι δαίμονας κυνηγημένος. Τίμιος πάντως σίγουρα δεν θα’ σαι (!).
Η λαθροθηρία βέβαια, δεν γίνεται μόνο από κυνηγούς, υπάρχουν κάθε καρυδιάς καρύδια, πολλά μπουμπούκια, που λυμαίνονται το δάσος για εμπορικούς σκοπούς (!). Για αρκετούς συνανθρώπους μας (!), φαίνεται, πώς να την στήνουν στο νερό όταν πάνε τα ζώα να σβήσουν τη δίψα τους, είναι η κατάλληλη στιγμή για να καταλαγιάσουν την αρρώστια τους. Ναι, δυστυχώς, είναι βαριά άρρωστοι όσοι «φίλοι» μας, «συγγενείς» μας ή δεν ξέρω τι άλλο, περνάνε τη νύκτα τους στο καρτέρι αγκαλιά με ένα όπλο. Ανίκανοι να κρατήσουν στην αγκαλιά τους και να μυρίσουν γυναικεία σάρκα, σαν ανώμαλοι που είναι, αγκαλιάζουν την καραμπίνα.

Δεν λέω, και η καραμπίνα τρύπα έχει και μπορεί οι λαθροθήρες τις γενετήσιες ορμές τους να τις σβήνουν σε αυτήν μέχρι να φανεί το απονήρευτο θήραμα στο νερό.
================================================

-- 1η φωτό: ξεκούραση στα ναρκοπέδια του Έβρου (μετά τη Βύσσα), μετά τον καθαρισμό τους (!)
-- 2η φωτό: η γίδα στη σούβλα
-- 3η φωτό: η διμοιρία λίγο μετά το γεύμα (!)
-- 4η φωτό: αριστερά ο δάσκαλος, σήμερα θάναι στέλεχος του ΚΚΕ (!) και δεξιά ο "γέρος", παιδί και αυτός (!), στο Δέλτα του Έβρου σε θαλάσσια διαβίωση.  
Από 502 μ.τ.π