Τρίτη 22 Ιανουαρίου 2008

Κυνηγώντας ...

Στην δύσκολη θητεία του Έβρου, από τους 12 μήνες στο 502 μτπ, εκεί στην όμορφη Καβύλη, κοιμηθήκαμε σε σκηνάκια στην διάρκεια ασκήσεων πάρα πολλές φορές. Χειμώνα με – 22 !! και καλοκαίρι με αφόρητη ζέστη. Μας άρεσαν τα σκηνάκια γιατί ξεφεύγαμε από την σκληρή ζωή του στρατοπέδου. Ήταν άλλες εποχές, δύσκολες γενικότερα για τον φαντάρο.

Το καλοκαίρι στα σκηνάκια ήταν μαγευτικό, κοντά σε απάνεμους λόφους, πολλές φορές δίπλα στις όχθες του ποταμού Άρδα, στο δάσος της Δαδιάς και αλλού. Αλλά και καλοκαιρινή διαβίωση 15 ημερών στις παραλίες της Μάκρης (για τους παλιούς!!)

Από την περιπέτεια του Έβρου – που έχουν περάσει και τόσα χρόνια, ένα πράγμα με χαλάει κάθε φορά που θα περάσει από το μυαλό. Το βραδινό πλιάτσικο, οι καταδρομικές εξορμήσεις που κάναμε, στα μποστάνια που ξεχείλιζαν από καρπούζια. Και τι κάναμε? Παίρναμε τις καρδιές και τα άλλα τα αφήναμε. Κάποια στιγμή, μας πήραν είδηση οι αγρότες και μας την έστησαν. Δεν μας έπιασαν. Αλλά δεν πήγαμε πάλι για καρπούζια.

Όπως μια άλλη φορά, σε ανταρτοπόλεμο στη Δαδιά, με μοναδικό εφόδιο μια κουραμάνα στην αρχή και στην συνέχεια πλιάτσικο στα χωριά και στις στάνες. Τότε που ψήσαμε την Μαίρη (γίδα) και φάγαμε φυλακή από τον υποδιοικητή που δεν του δώσαμε μεζέ!!

Η μοναδική κλεψιά που έρχεται στο μυαλό κατά περιόδους. Όπως τώρα ας πούμε με τα τρέχοντα γεγονότα της επικαιρότητας. Που τρείς λαλούν και δυό χορεύουν. Που από ρόζ (δεν μας ενδιαφέρουν τα ρόζ του καθενός), πάνε να γίνουν και πράσινα και μπλέ και όλα τα χρώματα της ίριδας.

Ο άνθρωπος από την φύση του είναι κυνηγός. Τις τελευταίες δεκαετίες βέβαια, που η ζωή εξελίσσεται στις πόλεις και όχι στην ύπαιθρο, που έχει χαθεί η επαφή με την φύση, που το άγχος της καθημερινότητας είναι μέγιστο, η νοοτροπία της υπερκατανάλωσης που βομβαρδίζει το μυαλό παντού, και άλλα που μπορούν να χωρέσουν εδώ, ο άνθρωπος έγινε κυνηγός άλλων αγαθών, υλικών κατά κανόνα που του χαρίζουν (αν του χαρίζουν), πρόσκαιρη χαρά , ένα καλό αυτοκίνητο, δέκα τηλεοράσεις στο σπίτι και άλλα που μόνο απαραίτητα δεν είναι. Αν όμως αυτά δεν τα έχεις τι θα πείς στην παρέα σου τα βράδια? Θα σε περάσουν για φτωχό!!

Και η φτώχεια είναι άσχημο πράγμα.

Σήμερα λοιπόν οι κυνηγοί, είναι αυτοί του χρήματος, της αναγνώρισης, της επίτευξης του στόχου. Και οι κυνηγοί του είδους αυτού, είναι αδίστακτοι. Ξέφυγαν από τον κλασικό όρο και χάθηκε κάθε αξία.

Είναι τίμιο να είσαι φτωχός και να παλεύεις για ένα καλύτερο αύριο, που θα το επιτύχεις μέσα από την δουλειά σου, τις ικανότητές σου. Και ευτυχής κατάληξη της προσπάθειάς σου, είναι και ο πλούτος που θα αποκτήσεις. Όμως ο πλούτος που τον έφερε η εργασία, η κούραση, η τιμιότητα.

Αν είσαι τίμιος δεν γίνεσαι πλούσιος, λέει μια παροιμία. Μπορεί να είναι και έτσι. Ένας τίμιος όμως άνθρωπος, καταγράφοντας αυτά που συμβαίνουν γύρω του – και δεν αναφέρομαι στην σαπίλα του τελευταίου καιρού μόνο, μπορεί να αρθρώσει φωνή ελεύθερη. Να αντικρούσει χωρίς δεύτερη σκέψη την πλύση εγκεφάλου που επιχειρούν οι ειδήμονες να του επιβάλλουν.
Ένας τίμιος άνθρωπος, μπορεί ακόμα να γελά. Γιατί το γέλιο, το αληθινό γέλιο, είναι σήμερα η πραγματική επανάσταση που μπορεί να κάνει ο άνθρωπος.

Πέμπτη 17 Ιανουαρίου 2008

Τρίτο πρόγραμμα

Πάντα θεωρούσα (και θεωρώ)τους ανθρώπους εκείνους που αγαπούν την κλασική μουσική, ως ανθρώπους ιδιαίτερης παιδείας. Κυρίως μουσικής. Άρα, ανθρώπους που ξέφευγαν από τα συνηθισμένα πρότυπα των δύσκολων καιρών μας.

Και τον ανάλογο ραδιοφωνικό σταθμό για όλους αυτούς, το Τρίτο πρόγραμμα της ΕΡΤ. Το Τρίτο που μετά τον Χατζιδάκι που θυμάμαι, είχε ξεπέσει για πολλά χρόνια. Για παλαιότερα δεν μπορώ να μιλήσω, ήμουν βρέφος ή και αγέννητος.

Εδώ και λίγο καιρό, μερικούς μόνο μήνες, το Τρίτο αναγεννήθηκε. Με την συμβολή της πρωινής ζώνης και την εκλεκτή παρέα του Φλωράκη, της Καρόρη και του Μαλλούχου. Συντροφιά καλή στους δρόμους της Αθήνας με τα ατελείωτα μποτιλιαρίσματα.

Συντροφιά καλή ήταν και ο Χρήστος Μηχαηλίδης παλαιότερα στον σταθμό Δίεση και στην πρωινή ζώνη. Μετά που πήγε στον Αντέννα τον έχασα, δεν συμφωνούσαν οι ώρες μας. Όμως, επειδή η ζωή έχει γυρίσματα, ο Χ.Μ γύρισε στην πρωινή ζώνη και στον σταθμό του Μάνου Χατζιδάκι που θαύμαζε. Στο Τρίτο πρόγραμμα.

Αυτό ήταν. Ο «βέβηλος» Χ.Μ που θα «μας χαλάσει» τα πρωινά μας. Άναψαν τα αίματα από κάποιους ακροατές, που προφανώς θεωρούν ιδιοκτησία τους τα πάντα σε τούτη την ζωή, ακόμα και το Τρίτο. Βγήκε η «σιωπηλή πλειοψηφία των 300.000 ακροατών του Τρίτου» και άρχισε να τρώει τις σάρκες του βέβηλου.

Τα έχασα!! Οι άνθρωποι με παιδεία, τόσο εύκολοι στις κατηγόριες, επειδή κάποιος δεν είναι δικός τους. Επειδή κάποιος τάραξε τα νερά στον πρωινό ευδαιμονισμό τους.

Μου αρέσει ο Χ.Μ, όπως μου αρέσει και η παρέα των πρωινών του Τρίτου. Και είμαι τυχερός διότι στα μεγάλα ταξίδια στους δρόμους της Αθήνας τις πρωινές ώρες, θα συναντήσω τον Μαλλούχο ή τον Μηχαηλίδη ή την Καρόρη.

Μη μου το χαλάτε αγαπητοί συνακροατές του Τρίτου, το κέντρο του κόσμου δεν είμαστε εμείς. Ας ακούσουμε την μουσική που μας αρέσει. Και αν δεν μας αρέσει ας αλλάξουμε κανάλι, όπως έκανα τότε που έφυγε ο Χ.Μ από τον Δίεση.

Κυριακή 13 Ιανουαρίου 2008

Το αλώνι...


Κοιτάζοντας προς το αλώνι, οι καρυδιές που το έκρυβαν άλλες εποχές τώρα είναι γυμνές από φύλλα. Όλα είναι κατάχαμα, μαζεμένα γύρω από τις ρίζες. Με την πάροδο του χρόνου γίνονται λίπασμα και θρέφουν τις ρίζες μέχρι το επόμενο πέσιμο. Κύκλος άσπαστος. Και το αλώνι γυμνό είναι από μερικά ξερόχορτα που γλύκαιναν τις πλάκες του. Στις μεγάλες του δόξες, τότε που φιλοξενούσε οπλές ζώων, στάρια ξηρικά και ιδρώτα άφθονο, δεν φύτρωνε ούτε χορταράκι. Η πέτρα δεν το αντέχει το χόρτο, την πνίγει, της σταματά τον αέρα, της κρύβει την ομορφιά της και την λάμψη της. Ήλιο θέλει – ειδικά η πέτρα του αλωνιού, αέρα καθαρό και δουλευτάδες να την πατάνε.

Εκεί τα καλοκαίρια μαζευόντουσαν από το απόγευμα και ύστερα και ξεφύλλιζαν τα καλαμπόκια. Σε κάθε αλώνι του χωριού ίδιο σκηνικό, με την σειρά. Σήμερα εδώ αύριο στου τάδε τ’ αλώνι, μεθαύριο στου δείνα. Και τ’ αλώνια γεμάτα από φωνές, τραγούδια, ζωή. Με κρασί και μπομπότα από τον ιδιοκτήτη, με τραγούδια και κέφι από τους συγχωριανούς.

Αιώνια κατασκευή στην υπηρεσία του ανθρώπου, του αγρότη, εκείνου δηλαδή που σήκωσε την Ελλάδα στους ώμους του και όταν πληρώθηκε ο χρόνος, της έδωσε και κρατική οντότητα. Ο ανώνυμος έλληνας που πάντα στην ιστορία έπεφτε θύμα των πονηρών, των κοτζαμπάσηδων, των φαναριωτών, των παπάδων, των μεγάλων και ψεύτικων λόγων. Ας είναι, το αλώνι δείχνει ένα διαφορετικό τρόπο ζωής, που ο γείτονας έλεγε καλημέρα στον γείτονα, που συμμετείχαν όλοι στο χωριό – εχθροί και φίλοι, που λειτούργησαν την άμεση δημοκρατία, προτού ακόμα ο Πλάτωνας, ο Αριστοτέλης και άλλοι την εντάξουν στις φιλοσοφικές αναζητήσεις τους.

Και η κομμούνα, από τον αγρότη ξεκίνησε και στην συνέχεια την πήραν οι «ειδικοί» και την έκαναν φτερό στον άνεμο. Και αυτή από το αλώνι, εκεί που τα προβλήματα του χωριού, της μικρής κοινωνίας, ακούγονταν απ’ όλους και είχαν λόγο όλοι. Όχι όπως σήμερα που ψηφίζεις αντιπρόσωπο, να μιλήσει για σένα στην βουλή, για τα προβλήματά σου, τα ιδανικά σου, τις πίκρες σου, τις χαρές σου. Και αυτός παράγει πολιτική!!, ψηφίζει σύμφωνα με την γραμμή του κόμματος, και είναι δεξιός, αριστερός, σοσιαλιστής και πάει λέγοντας. Με το ζόρι να δώσουν ταμπέλες, είσαι η αυτό ή το άλλο.

Και παλαιότερα, οι πολιτικοί που δεν είχαν μικρόφωνα και καλό λαρύγγι, στα μαγαζιά του χωριού έβγαζαν τους δεκάρικους λόγους ή στα αλώνια που υπήρχε και καλή ακουστική.

Όλη η ζωή από το αλώνι. Πέρασμα στον χρόνο έγιναν αυτές οι πέτρινες πλάκες που αν είχαν φωνή και τι δεν θα εξιστορούσαν. Και η επανάσταση του 21, από ένα αλώνι ξεκίνησε την πορεία της, το αλώνι του Καλιντέρη στου Μπέτσι, που μετά κάποιοι ονόμασαν σε Αγιονέρι!! Αγιονέρι = Μπέτσι, έτσι για να μαθαίνουμε!!

Στο αλώνι και οι νεράιδες να τραγουδάνε τους καημούς τους και να χορεύουν εξαίσιους χορούς που έπαιρναν τα μυαλά των νέων. Ιδίως τα βράδια που το αιώνιο φώς τρομάζει τους ανθρώπους. Και οι παλιοί κλέφτες συντηρούσαν την τρομακτική νύκτα. Έκαναν τις κλεψιές τους ανενόχλητοι και σαν ξημέρωνε ντύνονταν πάλι ευπρεπείς και καλοί χριστιανοί.

Το κέντρο του κάθε χωριού, της κάθε μικρής κώμης, ήταν το αλώνι. Σήμερα είναι τα Coffee shops, τα bars, και άλλοι χώροι ανάλογοι. Η διαφορά είναι μια, τότε στο αλώνι μιλούσαν, σήμερα στους σύγχρονους τόπους μάζωξης, απλά ακούνε την μουσική, που δεν είναι ακριβώς μουσική αλλά ένα μείγμα κραυγών με νότες.

Τα αλώνια του χωριού, του κάθε χωριού, πρέπει να γίνουν μνημεία, να στηθούν πλάκες που να γράφουν την δουλειά που έκαναν αυτά, την προσφορά τους στην εξέλιξη του ανθρώπου.

Κάποτε πρέπει πάλι να γίνουμε ταπεινοί. Δεν λέω να γυρίσουμε στα αλώνια. Λέω όμως ότι δεν πρέπει να τα ξεχάσουμε.

"Αλώνι, στο παλιό μονοπάτι από Επικούρειο Απόλλωνα προς Ανδρίτσαινα"

Τρίτη 1 Ιανουαρίου 2008

Ο χρόνος άλλαξε, καιρός να αλλάξουμε και εμείς!!

Πρωί, κατά τις 10.00. Μόλις είχα σηκωθεί. Έβαλα τον γαλλικό καφέ να βράζει και να μυρίζει ώραία και χώθηκα στο ντούς να φύγει η βρώμα του 2007.

Τον σιχαίνομαι τον γαλλικό καφέ, σήμερα όμως κάπως μούρθε η επιθυμία. Άναψα ένα τσιγάρο και βγήκα στο μπαλκόνι. Ψυχή δεν κυκλοφορούσε ακόμα. Η χθεσινή κραιπάλη λόγω της μέρας, τα σκυλάδικα, τα ποτά δηλητήριο, οι ρουλέτες και οι κουλοχέρηδες, οι συγκεντρώσεις στα σπίτια – πριν και μετά τον νέο χρόνο, κράτησαν τον κόσμο στον ύπνο του δικαίου.

Όταν είναι έρημη η πόλη μου αρέσει, άλλους τους φοβίζει. Μπήκα μέσα και συμπλήρωσα στην κούπα καφέ. Τράβηξα στο γραφείο μου και άνοιξα την τεχνολογία. Έβαλα μουσική από το «Τρίτο» και άνοιξα το mailbox. Πολλά μηνύματα, φίλοι, φίλες, που είχα καιρό να μιλήσω ή να μάθω νέα τους. Τα διάβασα σχεδόν όλα. Κάποια, ενός τρελού Ελβετού που βάλθηκε να σώσει τον κόσμο από το Ισλάμ, τα σβήνω στο καπάκι. Του το λέω και το ξέρει. Συνεχίζει όμως να μου στέλνει. Θέλει να με σώσει!!!

Μεγάλη μπίζνα αυτές οι θρησκείες. Πως έχουνε κάνει τον κόσμο και τις ακολουθεί, πως τα παίρνουνε από τα κεριά και την αιώνια ζωή οι άτιμοι. Ξύπνιοι άνθρωποι. Σου λένε: έχεις αμαρτίες? Έλα εδώ και μην φοβάσαι, θα πιστεύεις και εμείς θα σε σώσουμε. Έχω ένα φίλο Ευαγγελιστή, κάθε φορά που βγαίνει ο μπαγάσας από την εκκλησία, είναι σαν αλαφιασμένος. Αυτός είναι ήδη σωσμένος, κολλητός του θεού. Βρίσκεται σε καθημερινή επαφή μαζί του. Μου λέει: «ήλθε το βράδυ πάλι». Ποιος ρε Πάνο? Α να χαθείς κολασμένε, ρωτάς και ποιος!

Περνάει καλά ο Πάνος, με τέτοιες γνωριμίες, δεν του κουνιέται κανένας, ανώτερος και από τον Ζαχόπουλο. Στα χωριά οι παπάδες είναι πιο κοντά στον άνθρωπο, άρα και στις αμαρτίες. Βαράνε και κανένα άγριο αν τύχει, πάνε και στην εκκλησία για κανένα μνημόσυνο, δεν σου λένε πολλά. Δεν χρειάζεται να τους φιλήσεις και το χέρι, αν και το ζητούν οι πονηροί!!

Πηγαίνοντας το μεσημέρι στον αδελφό μου για φαγητό, ελάχιστα αυτοκίνητα στον δρόμο. Τι στο διάολο, ακόμα κοιμούνται οι συμπολίτες μου? Κοιτούσα δεξιά και αριστερά της Βείκου – ειδικότερα στο ύψος του άλσους, καμιά αλλαγή με «πέρυσι». Κουφάλα χρόνε, σκέφτηκα, ποιος έξυπνος σε δημιούργησε και σε μετράμε εφόρου ζωής? Ποιο άρρωστο μυαλό είπε: πρέπει να βάλουμε σε τάξη τα πράγματα, το σκότος να το ονομάσουμε νύκτα και το φώς να το πούμε μέρα? Ο Ησίοδος αποκλείεται, αυτός είχε προβλήματα κληρονομικά με τον αδελφό του τον Πέρση και έβριζε τον βασιλιά για τις αδικίες που είχε υποστεί. Δεν είχε χρόνο! για τέτοια.

Χρόνο τότε οι ιερείς είχαν. Έπαιρναν τα δώρα, έδιναν και στον θεό, κράταγαν και αυτοί για τον κόπο τους. Τι ζωή πέρναγαν και τότε οι κουφάλες. Όλα οικολογικά, τα σφάγια, οι πίτες, τα ζαρζαβατικά για να πάει το κρέας κάτω, κρασί διαμάντι, έλαια αιθέρια, σπά στα ασκληπιεία, όργια με τις Μαινάδες που τράβαγαν για τις κορφές τις παγωμένες νύκτες του χειμώνα.

Η γουρουνοπούλα ψημένη τέλεια. Η πέτσα της ελαφρώς τραγανή. Και εμείς κρασί διαμάντι ήπιαμε, όχι όμως θεϊκής προέλευσης. Τέτοια κρασιά πίνουν μόνο οι μυημένοι, οι βέβηλοι όχι.

Σάββατο 29 Δεκεμβρίου 2007

Πρωτοχρονιά στο χωριό......

Πως περνούσατε στο χωριό την παραμονή της Πρωτοχρονιάς γιαγιά;

Α!! περνούσαμε καλά. Το βράδυ της παραμονής ανάβαμε όλα τα λυχνάρια και τις τσιμπλούδες που είχαμε. Έτσι τα δωμάτια γινόντουσαν φωτεινά, ακόμα και στο κατώι τοποθετούσαμε ένα φώς! Συνήθως ο καιρός ήταν άσχημος, με χιόνια και παγωνιές. Το χειμωνιάτικο με το τζάκι όμως που μαζευόμασταν, ήταν πολύ ζεστό. Εκεί τρώγαμε στον σοφρά με τα χουλιάρια και το γυρίζαμε μετά στο τραγούδι. Όταν γύριζαν και οι άντρες από το καφενείο, το γλέντι δυνάμωνε.

Οι άντρες δεν ήταν στο σπίτι γιαγιά;

Παιδάκι μου, όταν νύχτωνε, οι άντρες πήγαιναν στα καφενεία του χωριού και έπαιζαν τριανταένα. Το χωριό μας τότε είχε πέντε καφενεία. Έπαιζαν χαρτιά, έπιναν και τις κούπες τους και μετά γύριζαν σπίτι.

Ανήμερα του ΑιΒασιλιού γιαγιά τι κάνατε;

A!! αν είχαμε παπά στο χωριό πηγαίναμε στην εκκλησία. Μετά πάλι σπίτι και μαδάγαμε δυό καλές κότες. Την μία την κάναμε σούπα με λίγο ρύζι μέσα. Αυτήν την τρώγαμε το μεσημέρι. Την άλλη την αφήναμε για το βράδυ. Μερικές φορές σφάζαμε και κανένα κατσίκι.

Πλούσια περνάγαμε παιδάκι μου. Στο βαγένι είχαμε πάντα και καλό κρασί. Και οι βαρέλες με το τυρί γεμάτες ήσαν. Είχαμε όμως και χοιρινό. Αυτό το σφάζαμε πάντοτε παραμονές Χριστουγέννων και το παστώναμε. Αφήναμε όμως και λίγο για την Πρωτοχρονιά. Το υπόλοιπο το βγάζαμε σαν τον καλό μεζέ, ειδικά όταν φιλέβαμε ξένους.

Θυμάμαι γιαγιά μια φορά που είχα έλθει κι εγώ στο χωριό για να σφάξουμε το γουρούνι. Τρείς μέρες τρώγαμε και πίναμε, όσο έβραζε το καζάνι. Ήταν ωραία.

Πότε λές παιδάκι μου; Τότε που είχες μεθύσει και είχες φορέσει την χλαίνη του παππού σου και σε πήρε ο ύπνος πάνω στο χιόνι;

Το θυμάσαι γιαγιά;

Τι λές παιδάκι μου, χαμένα τάχω; Που σε ψάχναμε και εσύ κοιμόσουν του καλού καιρού στον πλάτανο; Τότε που ο παππούς σου έβγαλε νερό από το πηγάδι και σου το έριξε για να ξυπνήσεις.

Πολύ βαριά η χλαίνη γιαγιά, και πολύ ζεστή. Είχαμε περάσει ωραία τότε.

Ωραία περάσαμε, αλλά παιδάκι μου, σε τρείς μέρες που ήλθατε με τον μπάρμπα σου, ήπιατε ένα βαγένι κρασί!

Τετάρτη 19 Δεκεμβρίου 2007

Ιστορίες παλιές...

Η Αρτοζήνα ήταν αρχαία κώμη, πόσο αρχαία δεν ξέρουμε με ακρίβεια। Την αναφέρει ο Παυσανίας στα «Αρκαδικά» του. Υπάρχει και ομώνυμο βουνό με υψόμετρο 1450 μ, στις δυτικές παρυφές του Μαινάλου.

Η περιοχή του Αρτοζήνου, χαρακτηρίζεται από τα πλούσια λιβάδια που έχει και που παρήγαγαν εξαιρετικής ποιότητας στάρι, καλαμπόκι, κριθάρι, βρώμη. Επίσης, πλούσια βοσκοτόπια φιλοξένησαν χιλιάδες γιδοπρόβατα αλλοτινές εποχές. Σήμερα μια μεγάλη «ερημία» βασιλεύει στον χώρο. Μόνο ένα κοπάδι γιδοπρόβατα βρίσκει πλούσιο χορτάρι.Υπάρχουν επίσης και πολλά νερά με τρία μεγάλα κεφαλάρια που υδροδοτούν πολλά χωριά χιλιόμετρα μακριά.

Ο Παυσανίας δεν μας αναφέρει τίποτα άλλο παρά μόνο το όνομα της αρχαίας κώμης. Πολύ αργότερα, στις Οθωμανικές πηγές εμφανίζεται σαν το μεγαλύτερο χωριό της εποχής, πολύ μεγαλύτερο από τα Λαγκάδια, την Βυτίνα, τα Τρόπαια και άλλες γειτονικές κώμες. Κατά τις Ενετικές απογραφές ακολουθεί πορεία φθίνουσα και κατά ανεξήγητο μέχρι σήμερα τρόπο, χάθηκε οριστικά σαν χωριό.

Την εποχή του Ιμπραήμ, κατά πως αναφέρει η ντόπια παράδοση, οι κάτοικοι εγκατέλειψαν την κώμη τους. Υπάρχει περιοχή Αρτοζινέικα στην Αχαΐα που λένε πολλοί πως δημιούργησαν οι κυνηγημένοι κάτοικοι της Αρκαδικής Αρτοζήνας Με ακρίβεια κανείς δεν γνωρίζει. Η παράδοση όμως συνεχίζει: βιαστικά όπως εγκατέλειψαν οι κάτοικοι την κώμη τους, για την γρήγορη φυγή προς την σωτηρία τους, έθαψαν όλα τους τα χαλκώματα σε μια σπηλιά. Έπειτα από αρκετά χρόνια και αφού το Ελληνικό κράτος είχε αποκτήσει οντότητα, έστειλαν από τα Αρτοζινέικα τα παλικάρια – καθοδηγούμενα από τους γερόντους, για να βρούν και να τους πάνε τα χαλκώματα Όμως τα παλικάρια που δεν θυμούνταν ή δεν ήξεραν καλά τον τόπο, παρ’ ότι πήγαν τρείς φορές, δεν κατάφεραν να βρούν την σπηλιά που ήσαν κρυμμένα τα χαλκώματα. Ο γέροντας που γνώριζε καλά τον τόπο, αποφάσισε να πάει μαζί τους Όμως λίγο πρίν το ταξίδι πέθανε.
Τα χαλκώματα περιμένουν και σήμερα να τα βγάλουν από την σπηλιά.................

Εκεί στην Αρτοζήνα, ο μεγαλύτερος κτηματίας ήταν κάποιος Στρίκος. Ξέπεσε όμως οικονομικά μια χρονιά με πολύ βαρύ χειμώνα που δεν φρόντισε να πάει στα χειμαδιά. Τότε του πέθαναν κάπου χίλια γιδοπρόβατα, εβδομήντα γουρούνια και εκατό άλογα. Από άρχοντας έγινε φτωχός.

Όταν στης «Κορωνιούς το αλώνι» κατά πως λέει η παράδοση, σουβλίστηκαν όσοι δεν κατάφεραν να ξεφύγουν από τις ορδές του Ιμπραήμ, ένα μωρό που είχε γλυτώσει, τράβηξε την προσοχή του Στρίκου। Πλησίασε, είδε το μωρό στις πάνες του και το πήρε μαζί του. Το έκανε παιδί του και το μεγάλωσε με τα άλλα του παιδιά. Το ονόμασε Κομμένο, αποκομμένο δηλαδή από την οικογένιά του. Όταν μεγάλωσε το πάντρεψε στο χωριό Λυκούρεσι που είχε κτήματα. Του έδωσε μάλιστα ένα χωράφι που είχε νερό, την «Σφυρίδα». Από το νερό της πηγής αυτής υδρεύονταν μέχρι το 1960 οι κάτοικοι από το Λυκούρεσι. Ο Κομμένος που στην συνέχεια έγινε Κομνηνός, είναι ο γενάρχης της οικογένειας αυτής.

Τα παραπάνω μου διηγήθηκε ο Αριστείδης Στρίκος που υποστηρίζει ότι κατάγεται από την Αρτοζήνα.

Τρίτη 18 Δεκεμβρίου 2007

Το κυνήγι του κάπρου τελείωσε - τα κυνήγια συνεχίζονται...

Το κυνήγι για τον άγριο κάπρο τελείωσε το Σάββατο στις 15 Δεκεμβρίου। Πολύ φασαρία με ρυθμιστικές, με αποφάσεις δικαστηρίων, διαμαρτυρίες οικολόγων, καμένα χωριά αχνά σαν φόντο. Εικόνες που δεν μας έκαναν καλύτερους σαν ανθρώπους. Όχι μόνο εμάς τους κυνηγούς και όσους με όποιο τρόπο εμπλέκονται στο κυνήγι, αλλά ούτε και εκείνους που κόπτονται για την αγάπη τους προς την φύση και ο κυνηγός γίνεται το εξιλαστήριο θύμα στην καθημερινότητά τους.

Σε όλα αυτά η πραγματικότητα, η αλήθεια – όποια και αν είναι αυτή για τον καθένα μας, βρίσκεται μόνο εκεί έξω, στην φύση। Που ο καθένας μας σέβεται ή δεν σέβεται, αγαπά ή δεν αγαπά, φροντίζει ή δεν φροντίζει, νοιάζεται ή όχι. Η αλήθεια βρίσκεται όταν χαθείς μέσα στο δάσος από πουρνάρια, έχοντας για συντροφιά βράχια, τροχάλια, διάσελα, ανατολές του ήλιου. Αν είσαι οικολόγος και αφήνεις φίδια σε παρθένα μέρη για την ισορροπία της φύσης – πράξη εντελώς λανθασμένη, αν είσαι κυνηγός και βρίσκεσαι επί ώρες παγωμένος στο καρτέρι, αν είσαι λαθροθήρας και την στήνεις τα βράδια στο νερό, βιώνεις την δική αλήθεια σου.

Η ζωή πλαστική στις πόλεις είναι, στο βουνό είναι απλά σκληρή. Στις πόλεις θέλει συμβιβασμούς, στο βουνό απαιτεί γνώση. Με την φύση δεν συμβιβάζεσαι. Μαθαίνεις από αυτήν πως λειτουργεί, πως σκέφτεται, ποιοι τελικά είναι οι νόμοι της – που τιμωρούν όσους τους παραβιάζουν. Η φύση δεν ξεχωρίζει οικολόγους, κυνηγούς, λαθροθήρες, τσοπάνηδες, αγρότες, ορειβάτες. Πονάει όταν την καίνε, υποφέρει όταν πνίγει με τα νερά της τις ανθρώπινες ανομίες, αναρωτιέται με πίκρα γιατί την ντουφεκάνε στις πηγές τις νύκτες.

Όλοι μιλάμε για την φύση, ελάχιστοι όμως την καταλαβαίνουν। Όλοι με τον τρόπο μας την αγαπάμε, αλλά και όλοι την σκοτώνουμε με τις μελέτες μας, τις γνώσεις μας, τις ματαιοδοξίες μας. Δεν φτάσαμε ακόμα στο επίπεδο του ανθρώπου, είμαστε μακριά, και νομίζουμε πως πλησιάζουμε…. Όχι, τσακάλια και αγρίμια είμαστε και ορμάμε στο αδύνατο κοπάδι να το κατασπαράξουμε. Ακόμα πλαστικοί είμαστε, στα πρώιμα στάδια της ανάπτυξής μας.

Τελείωσε πιο νωρίς φέτος το κυνήγι του κάπρου και μια απουσία βαραίνει την ψυχή। Ο κάπρος είναι ζώο πανέξυπνο και το κυνήγι του είναι παιχνίδι που τις περισσότερες φορές χαμένος είναι ο κυνηγός. Και ας έχει τόσα βοηθητικά μέσα στην διάθεσή του. Το αλισβερίσι αυτό κυνηγού και κάπρου κρατά αιώνες, που στο πέρασμά τους η διαδικασία παραμένει η ίδια. Τα μέσα έχουν αλλάξει.

Τώρα, μαζί με τα χιόνια που κάνουν τον χειμώνα βαρύ, θα βρεί την ησυχία του και ο κάπρος για να ζευγαρώσει, να συνεχιστεί η παρουσία του στα Ελληνικά δάση।

Άλλος ένας κυνηγετικός κύκλος έληξε, μέχρι τον επόμενο, και τον επόμενο και τον επόμενο। Όσο θα υπάρχουν κάπροι θα υπάρχουν και κυνηγοί. Μια σχέση διαχρονική που χάνεται στο επέκεινα.

......................................................................................................................

«Χρόνια πολλά στην κυνηγό – ψαρά με το σπόρ αυτοκίνητο, στην δεξιά πάντα εκ πεποιθήσεως, λωρίδα της εθνικής οδού»। Που όταν ρουφά τον καπνό στα πλεμόνια της, είναι σαν νάχει τον κόσμο στα πόδια της ή μάλλον στις ρόδες της… Καλές ψαριές εύχομαι…