Τετάρτη, 3 Φεβρουαρίου 2010

Από τους αγριόχοιρους, στην παγωνιά για …φάσες

Σάββατο πρωί, 23 Γενάρη και η παγωνιά είναι απίστευτη. Γύρισε ο δύσκολος καιρός – που καιρός του ήταν (!) και αναβλήθηκε για ακόμα μία φορά η υπερθέρμανση του πλανήτη. Με τρομάζουν αυτά τα καινούρια, αφού όμως ο ΟΗΕ και ο Αλ Γκορ πήραν βραβείο Νομπέλ, λόγος άλλος δεν μου πέφτει. Αυτοί ξέρουν, και ότι μου πουν, εγώ χαλί θα γενώ να με πατήσουν. Και όταν με τρομάζουν λέγοντάς μου πως το κλίμα άλλαξε, γίνομαι και ακτιβιστής για χάρη τους.

Πριν έβγω από το σπίτι εκεί στα ορεινά της Αρκαδίας, φρόντισα και ντύθηκα καλά, γάντια, ισοθερμικά ρούχα, γκέτες, σκούφο μάλλινο – αλλά πήρα μαζί μου και τις κατάλληλες προμήθειες, αχνιστό τσάι, σταφίδες μαύρες, σοκολάτα μαύρη, και αντάμωσα το λευκό φόντο και το γκρίζο του ουρανού. Βγήκα, ζόρικα ήταν και μου άρεσε η σιωπή. Έτριξε ο πάγος από το βάρος των τροχών αλλά το όχημα άκουγε καλά στα δύσκολα. Αντάμωσα τον Κωνσταντίνο σε δέκα λεπτά και ξεκινήσαμε παρέα.

Τραβήξαμε για τα γνώριμα μέρη κατά τ’ αμπέλια. Πριν δυό – τρείς δεκάδες χρόνια τα αμπέλια αυτά παρήγαγαν μία εκπληκτική ποικιλία, τον «Κολινιώτη». Πιτσιρικάς τότε γευόμουν κρυφά από το κατώι που ήταν τα βαγένια, την γεύση και τα αρώματα της ποικιλίας αυτής. Αλλά και μεγαλύτερος – ειδικά κοντά στην αποκριά που το οικόσιτο γουρούνι γινόταν παστό για την οικογένεια, το θεϊκό εκείνο κρασί ποτέ δεν έλειπε, μας συντρόφευε στη μεγάλη γιορτή. Η ποικιλία αυτή δεν κυκλοφορεί σήμερα, χάθηκε, «εξαφανίστηκε από τις αμερικάνικες που είναι φτιαγμένες για να αντέχουν στην παραγωγή» - αυτά μου είχε εκμυστηρευτεί κάποτε ένας μικρός παραγωγός οίνου. Μη γνωρίζοντας το αντικείμενο, τον πίστεψα.

Όσο πλησιάζαμε, το χιόνι αν και λιγοστό, είχε σκεπάσει κάθε άλλη μορφή ζωής. Ο δρόμος που διαβαίναμε ήταν απάτητος, χαράζαμε πορεία και για τους επόμενους. Δεν δυσκολευθήκαμε να φτάσουμε στον προορισμό μας, χρειαζόταν όμως μεγάλη προσοχή.

Μισή ώρα ανάβασης σε χιόνι και σε πάγους, μας έφερε εκεί που θέλαμε. Παρκάραμε, φορτωθήκαμε τα σακίδιά μας με τις προμήθειες, πήραμε από τρία φυσίγγια ο καθένας μας και αρχίσαμε το περπάτημα. Καλά πηγαίναμε, αργά και στα σίγουρα. Από το ξέφωτο φτάσαμε σε λίγο στο πυκνό. Χωθήκαμε μέσα, βρήκαμε άνετο σημείο και αποθέσαμε. Γεμίσαμε τα όπλα και τα αφήσαμε. Πιάσαμε τις σταφίδες και το τσάι, η θερμοκρασία κατέβαινε στους – 8.

«Είσαι σίγουρος ότι θα πέσουν εδώ φάσες;» Με ρώτησε ο Κωνσταντίνος. Σίγουρος δεν είμαι για τίποτα, εδώ όμως τις βλέπω που πέφτουν, όχι μόνο τώρα αλλά συνέχεια και κάθε χρόνο, και πέρυσι, και πρόπερσι. Γιατί όχι και σήμερα; «Καλά, ας περιμένουμε».

Περιμέναμε πολύ στη παγωνιά με τα όπλα ανά χείρας, ακούνητοι, αμίλητοι, σχεδόν αόρατοι. Αϊ στα κομμάτια σκέφτηκα, χειρότερα από τα γουρούνια τούτο το καρτέρι στους πουρναρότοπους, ούτε τσιγάρο, ούτε ανάσα. Καλά ποιοι είμαστε; ψιθύρισα κάποια στιγμή, χιονοδρόμοι του Ολύμπου; Το καρτέρι δεν το έχουμε συνηθίσει, η συνήθεια της παγάνας και της κόντρας στο κυνήγι του κάπρου μας έκανε και ξεμάθαμε.

Και νάσου οι φάσες. Φάνηκε μπροστά μία να κάνει μία γυροβολιά και σε δευτερόλεπτα το κοπάδι έσκιασε τον ουρανό. Περιμέναμε να φτάσουν κοντά. Στα είκοσι μέτρα περίπου, σηκωθήκαμε και σημαδέψαμε. Τρία φυσίγγια έκαστος και τα αφήσαμε να σπάσουν τη σιωπή του χώρου. Ο ήχος τους αντιλάλησε ως πέρα, μακριά. Τις είδαμε να πέφτουν, οι άλλες, έσπασαν και χάθηκαν σαν άνεμος.

Βγήκαμε και τις μαζέψαμε, εφτά φάσες. Καλά, λέω, τέσσερις έριξα εγώ και τρείς εσύ. Με κοίταξε ο Κωνσταντίνος: «και που ξέρεις ότι έριξες εσύ τέσσερις;» Εγώ είχα φυσίγγια διασποράς, εσύ όχι (!). Κοίταξε το τσοκ της Winchester. Μην το κοιτάζεις, αφού και οι δύο φουλ τσοκ έχουμε. Κοίταξε και τη δικιά μου τη Browning, γελάσαμε. Άιντε, πάμε τώρα για τα ρακόμελα …


---------------------------------------------------------------------------
Δημοσιεύθηκε στο ένθετο περιοδικό του Ελεύθερου Τύπου «Κυνήγι» την Τετάρτη 3 Φεβρουαρίου 2010