Κυριακή, 21 Φεβρουαρίου 2010

Αθέριστος λειμώνας

Αθέριστος λειμώνας από το Λεξικό του Δ. Δημητράκου - την ίδια περίπου ερμηνεία δίνει και το λεξικό των Liddell - Scott. 

Αθέριστος (-η) –ο (ν) ο αμεληθείς, ο παραμελημένος: Ζων. «αφρόντιστος» (εκ του αθερίζω).

Στη δημοτική: χωράφι αθέριστο, σανά αθέριστα, σιτάρι αθέριστο.

Λειμώνας

Λειμών – ώνος (ο) κ. νεώτ. πάς υγρός και ένεκα τούτου πλήρης χλόης τόπος κατάλληλος δια βοσκήν, λιβάδιον. Σοφ.απ.659 ες λειμώνα ποταμίων ποτών (εν τώ λείω ποταμίω ύδατι)
Κατ ευφημισμό το γυναικείο αιδοίο. Ευρ.Κυκλ.171 «φαύσαι χεροίν λειμώνος»

Λειμωνιάτης λίθος (ο), λίθος έχων χρώμα πράσινον οίον το του λειμώνος.

Λειμώνιον (το), το φυτόν στατική το λειμώνιον έχον καυλόν λεπτόν και όρθιον, όμοιον προς του κρίνου, μετ’ ερυθρού καρπού στύφοντος την γεύσιν, φυόμενον δ’ εις λειμώναςκαι τόπους ελώδεις.

Λειμωνοειδής – ούς – ές, ο όμοιος προς λειμώνα χλοερός, ευανθής.

Άσχετο

Λειόκαυλος –ον, ο λείον καυλόν έχων, Θεοφρ. Φ 7,4,2 λειόκαυλον κρόμμυον.

Κατά Μπαμπινιώτη λειμώνας είναι ο βοσκότοπος.

Φινάλε
ή όπως λένε στο χωριό μου «χέστηκε η φοράδα στ’ αλώνι ή στον λειμώνα»