Παρασκευή, 12 Φεβρουαρίου 2010

Το Αρκαδικό μαχαίρι ...

Αναδημοσίευση από το site "Αρκάδες εσμέν"

Το Αρκαδικό μαχαίρι ή ο Αρκαδικός σουγιάς

Πρόκειται για ένα ιδιαίτερο βοσκομάχαιρο με δίκοχο τελείωμα λαβής, μία τεχνοτροπία ανατολίτικης προέλευσης. Χρησιμοποιείτο για όλες τις καθημερινές εργασίες, από λεπτοδουλειές μέχρι και την άμυνα απέναντι στα αγρίμια της πανίδας.

Τόπος ορεινός, ελάχιστα προσφερόμενος για καλλιέργειες αλλά πλούσιος σε βοσκοτόπια, η Αρκαδία υπήρξε πάντα τόπος εκτροφής αιγοπροβάτων – μίας δραστηριότητας που δεν απαιτεί σχεδόν κανένα εργαλείο, με εξαίρεση ίσως το μαχαίρι των βοσκών (βοσκομάχαιρο).

Το αρκαδικό μαχαίρι γεννήθηκε όπως είπαμε για λεπτοδουλειές και καθημερινές εργασίες των βοσκών, αλλά χρησιμοποιήθηκε και για την άμυνά τους. Στις επιθέσεις αγριμιών, οι βοσκοί υπεραμυνόντουσαν του κοπαδιού τους με τρία διαφορετικά μέσα: την φωτιά, τα ποιμενικά σκυλιά και το μαχαίρι ως τελευταίο και ακραίο μέσο.

Με αυτό το μαχαίρι στον ελεύθερο χρόνο τους σκάλιζαν και κατασκεύαζαν οι βοσκοί μικρά αντικείμενα, κυρίως όμως φλογέρες, που αποτελούν αναπόσπαστο κομμάτι της τοπικής βουκολικής τέχνης. Οι απλές και χαρακτηριστικές μελωδίες τους, σύμφωνα με την παράδοση, είχαν ευεργετικά αποτελέσματα στους βοσκούς και στην πανίδα.

Η δίκοχη λαβή

Δεν είναι γνωστό πότε δημιουργήθηκε το σχέδιο του αρκαδικού μαχαιριού στη μορφή που φτάνει μέχρι τις ημέρες μας, σίγουρα όμως όχι πριν τον 15ο αιώνα, αφού το δίκοχο τελείωμα της λαβής του προέρχεται από τα ανατολίτικα μαχαίρια, που έφτασαν στα Βαλκάνια κατά την διάρκεια της οθωμανικής αυτοκρατορίας. Το δίκοχο τελείωμα της λαβής υιοθετήθηκε από πολλούς Έλληνες μαχαιροποιούς, σε διαφορετικές περιοχές της Ελλάδας και το συναντά κανείς σε πολλά διαφορετικά μέρη – για παράδειγμα το κρητικό βοσκομάχαιρο.

Στη μεγάλη γκάμα των βαλκανικών μαχαιριών, εντοπίζει κανείς πολλά διαφορετικά μαχαίρια με κοινό χαρακτηριστικό το δίκοχο τελείωμα της λαβής. Διαφέρουν οι διαστάσεις, η κυρτότητα και το άνοιγμα του δίκοχου τελειώματος, αλλά είναι ενιαία η προέλευσή τους: η Ανατολή, με τη μεγάλη φαντασία σχεδίων.

Παραμένει άγνωστος ο λόγος που η Ελλάδα – σημείο συνάντησης ανατολικών και δυτικών πολιτισμών, παρόλο που διαθέτει χιλιετίες δικής της κουλτούρας, διαδεδομένης μάλιστα σε όλο τον κόσμο, προτίμησε να υιοθετήσει ένα τύπο λαβής μαχαιριού δίκοχο, με μεσανατολική προέλευση, ανάμεσα από τόσους άλλους τύπους μαχαιριών. Η απάντηση βρίσκεται στη λειτουργικότητα αυτού του σχεδίου, κυρίως όσο αφορά τις φάσεις που απαιτούνται πραγματικά δυνατά χτυπήματα.

Τα χαρακτηριστικά

Σε σύγκριση με το κρητικό μαχαίρι η λαβή του αρκαδικού μαχαιριού είναι πιο λεπτή και δεν διαθέτει κοιλάνσεις για να μπαίνουν τα δάκτυλα.

Ακόμα και το δίκοχο τελείωμα είναι πιο μυτερό. Η λαβή κατασκευάζεται από απλό ξύλο οξιάς και μόνο τα πολύ ιδιαίτερα κομμάτια έχουν λαβή από κέρατο τράγου ή βοδιού. Το υλικό της λαβής είναι προσαρτημένο στη λάμα με τρείς μπρούτζινους δακτύλιους. Το αρκαδικό μαχαίρι δεν έχει υποφυλακτήρα, όπως αποδεικνύουν και κάποια δείγματα της περιόδου του 1700 μμ. Η λάμα είναι από σκληρό ατσάλι, σφυρηλατημένο και σκληρυμένο, με αιχμηρό πρόσθιο τελείωμα. Το σχήμα της είναι κάτι ανάμεσα στο σχήμα της λάμας και ενός σύγχρονου μαχαιριού εκδοράς (skinner).

Το κέντρο βάρους είναι πολύ μπροστά και σε συνδυασμό με τη μεγάλη διάσταση του μαχαιριού που ποικίλει από 25 έως 35 εκ. το καθιστά κατάλληλο για το κόψιμο κλαδιών ή καλαμιών για την κατασκευή φλογέρας.

Το επίμηκες κανάλι που διατρέχει τη λάμα στη μία πλευρά της, διατηρείται μέχρι σήμερα προσδίδοντας στο μαχαίρι χαρακτήρα αμυντικού όπλου.

-----------------------------------------------------------------------

Στην πρώτη φωτογραφία, παρατηρώντας προσεκτικά τη λάμα, βλέπουμε τρείς μικρές εγκοπές, και ίσως αυτές να είναι κατά τη γνώμη μου η μοναδική ένδειξη του παραδοσιακού αρκαδικού μαχαιριού που έρχεται από πολύ παλιά και δεν ξέρουμε τι ακριβώς σημαίνουν. Ανάλογα μαχαίρια είχαν και οι γέροντες που θυμάμαι αμυδρά και στα οποία η λαβή ήταν φτιαγμένη από ξύλο οξιάς ή δέντρου. Χαριτολογώντας μάλιστα έλεγαν ότι οι τρείς εγκοπές φανερώνουν τον μυστικό κόσμο της Αρκαδίας. Μη έχοντας ακούσει κάποια άλλη ερμηνεία, τους πίστεψα